Καί βέβαια θα ακολουθήσει και το Mea coulpa, ας βάζατε τουλάχιστον τον Πανούση, κατι θά έχει μάθει , ο Λιάκος είναι άμαθος ο έρμος .
http://www.esos.gr/arthra/46761/arthro-toy-liakoy-diavaze-sti-voyli-o-yp-paideias
Το άρθρο του Α. Λιάκου, προέδρου της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου για την παιδεία
Καθώς η Ελλάδα εξέρχεται σιγά σιγά και βασανιστικά από την επταετή
κρίση, δεν πρέπει να χάνουμε, στον εφήμερο ορυμαγδό, το βασικό πρόβλημα:
πώς δημιουργούμε τα θεμέλια και το σχήμα της αυριανής κοινωνίας; Είδαμε
όλοι τις βεβαιότητές μας να διαλύονται στον αέρα όλα αυτά τα χρόνια.
Η κυβερνητική εμπειρία θέτει στην Αριστερά σκληρά ζητήματα ταυτότητας
και προσανατολισμών. Οποιος χάσει το βασικό ερώτημα, θα χαθεί πολιτικά.
Κανένα περιθώριο επομένως για παραμυθητικά μισόλογα, αναβολές,
πείσματα, κολακείες κοινωνικών ομάδων, πολιτικές υστεροβουλίες.
Με αυτή τη συνείδηση 100 και πλέον πολίτες ξεκινήσαμε να συντάξουμε
ένα πρόγραμμα εκπαιδευτικών αλλαγών με στόχο την αναπροσαρμογή της
εκπαίδευσης στον ορίζοντα των μεγάλων αλλαγών και προκλήσεων της εποχής.
Το έργο αυτό, διαλογικό επί της ουσίας, ολοκληρώθηκε με την επίσημη
κατάθεση του πορίσματος τον Μάιο. Ο υπουργός Παιδείας αποφάσισε να
εισάγει, σταδιακά, τις μεταρρυθμίσεις του πορίσματος στη διαδικασία της
εφαρμογής.
Η πρώτη πρόταση που τίθεται προς εφαρμογή είναι εκείνη που
χαρακτηρίστηκε στο πόρισμα ως η μητέρα των μεταρρυθμίσεων, δηλαδή το
τρίπτυχο που περιλαμβάνει αλλαγές στη μέση εκπαίδευση, στην πρόσβαση
στην ανώτατη εκπαίδευση και κινητικότητα/ευελιξία των φοιτητών στο
Πανεπιστήμιο.
Εξαιτίας της σημασίας της συγκεκριμένης πρότασης της επιτροπής, θα
συζητηθεί επίσης στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων στη Βουλή πριν
κατατεθεί το νομοσχέδιο.
Ποιες αλλαγές στη μέση εκπαίδευση;
Σήμερα το Λύκειο έχει καταστραφεί από τον τρόπο εισαγωγής στα
Πανεπιστήμια. Η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, αντί να είναι
ισότιμη με τη γενική εκπαίδευση, συγκροτεί κυριολεκτικά Καιάδα νεανικών
ψυχών.
Η πίεση αυτή μεταφέρεται στο Γυμνάσιο. Ταυτόχρονα στην τριτοβάθμια
εκπαίδευση 8 στα 10 παιδιά λιμνάζουν σε άσχετα τμήματα. Ποιον εξυπηρετεί
αυτό το σύστημα που πόρρω απέχει της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού;
Τα βασικά σημεία
1. Ριζική ανασυγκρότηση του Γυμνασίου, μετατροπή του σε τετραετές και με παράλληλη αναθεώρηση των προγραμμάτων σπουδών.
2. Διετές Λύκειο και αναδιοργάνωση τόσο του γενικού όσο επίσης και
του Επαγγελματικού-Τεχνικού Λυκείου και αναβάθμισή τους, ώστε να γίνουν
ισόκυρα.
3. Αλλαγή του τρόπου εισδοχής στα ΑΕΙ-ΤΕΙ και συναρμογή τους με τις
μαθησιακές επιλογές εντός του Γενικού και του Επαγγελματικού Λυκείου.
4. Κινητικότητα εντός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και συνδυασμός ειδικεύσεων στο πτυχίο.
Δύο τύποι του νέου Λυκείου
Η προτεινόμενη αλλαγή του Λυκείου δεν γίνεται χωρίς την ταυτόχρονη
αλλαγή τόσο του Γενικού Λυκείου όσο και του Τεχνοεπαγγελματικού Λυκείου.
Και τα δυο, ΓΕΛ και ΤΕΛ, θα καταλήγουν είτε σε Εθνικό Απολυτήριο είτε
σε Πιστοποιητικό Σπουδών, θα είναι συμμετρικά οργανωμένα και θα έχουν
πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση τόσο στην Ελλάδα όσο και στο
εξωτερικό.
Επιπροσθέτως το ΤΕΛ θα συνοδεύεται από έναν πρόσθετο χρόνο (που θα χορηγεί πιστοποιητικό τεχνικής και επαγγελματικής επάρκειας).
Η δημιουργία απαιτητικού προγράμματος, με πρόσβαση σε ΑΕΙ/ΤΕΙ, θα
καταστήσει την επαγγελματική εκπαίδευση ελκυστική. Οχι σχολείο δεύτερης
κατηγορίας.
Οποιαδήποτε απόπειρα μεταρρύθμισης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση θα
αποτύχει αν δεν αναβαθμίσει την επαγγελματική εκπαίδευση, τόσο δραστικά
μάλιστα, ώστε να αλλάξει ριζικά η αναλογία των μαθητών ΓΕΛ και ΤΕΛ.
Μονόδρομος για την αντιμετώπιση της νεανικής ανεργίας και τη
διεύρυνση της παραγωγικής βάσης. Θα πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια,
ώστε να την επιλέγουν ικανότεροι μαθητές όχι από αδυναμία, αλλά για τα
ελκυστικά της προγράμματα.
Πρόγραμμα που θα διαφοροποιούνται κατά περιοχές αναλόγως των
παραγωγικών δραστηριοτήτων. Λ.χ. σε μια χώρα τουριστική πόσα μαθήματα
στα σημερινά ΕΠΑΛ αφορούν τον τουρισμό;
Γιατί όμως Εθνικό Απολυτήριο και Πιστοποιητικό Σπουδών;
Η διάκριση είναι σημαντική τόσο για να διατηρηθεί η αξιοπιστία των
τίτλων των δύο τύπων Λυκείου χωρίς εκπτώσεις, όσο και για να εμποδίσει
τη σχολική διαρροή όσων δεν τα καταφέρνουν.
Δεν ευτελίζει τον μόχθο των μεν, αποδίδοντας όμως και θετικό
αντίκρισμα στις σπουδές όσων δεν ανταποκριθούν σε όλη την κλίμακα των
υποχρεώσεων.
Δεν ισοπεδώνει προς τα κάτω κατεδαφίζοντας τα κριτήρια και ταυτόχρονα είναι ευέλικτο και χρηστικό.
Γιατί τετραετές Γυμνάσιο;
Πρόσθετο έτος σημαίνει εξ ολοκλήρου αναδιοργάνωση του προγράμματος σπουδών για πολίτες που στα 17 τους θα ψηφίζουν.
Τρόποι ολιστικής προσέγγισης της γνώσης, οικοδόμηση συναρμογών μεταξύ
των διαφόρων γνωστικών αντικειμένων, μεθοδολογίες πλησιέστερες στη
διερευνητική μάθηση και μείωση των μαθημάτων (9-10) με παράλληλη
δημιουργία διαθεματικών συναρμογών μεταξύ μαθημάτων στην κατεύθυνση της
διερευνητικής μάθησης, νέες τεχνολογίες.
Η χαμένη εκπαιδευτική βαθμίδα
Το Διετές Λύκειο αποτελεί αντίγραφο του International Baccalaureate;
Μα το ίδιο το ΙΒ αποτελεί παραλλαγή μιας κατεύθυνσης αλλαγών που
παρατηρούμε σε πολλές χώρες, με κύρια χαρακτηριστικά την αυτονόμηση της
ανώτερης μέσης εκπαίδευσης με λιγότερα και σε βάθος αντικείμενα μάθησης,
επιλογές, ερευνητικό πρόγραμμα.
Στην Ελλάδα εφαρμόζεται από καλά ιδιωτικά σχολεία, τα οποία συνεχώς το επεκτείνουν γιατί έχει πολύ μεγάλη ζήτηση.
Γιατί λοιπόν πρέπει να στερήσουμε από τα παιδιά του δημόσιου σχολείου
αυτή την κατεύθυνση που είναι κοινή στην Ευρώπη; Γιατί να έχουν
πρόσβαση μόνο όσοι έχουν να πληρώσουν και όχι όσοι ενδιαφέρονται;
Με ποια λογική αυτό αντί να περιορίζει τον κύκλο εργασιών των
σχολαρχών, τους ευνοεί; Γιατί να έχει μικρότερη αξιοπιστία το δικό μας
εθνικό απολυτήριο, προσαρμοσμένο στις δικές μας ανάγκες, αλλά σύμφωνο με
διεθνή κριτήρια;
Γιατί να μην εξασφαλίζει την κινητικότητα σε ξένα Πανεπιστήμια;
Τοτέμ και ταμπού
Ας είμαστε ειλικρινείς: εκπαίδευση χωρίς αξιολόγηση δεν γίνεται.
Δυστυχώς, οι προηγούμενες κυβερνήσεις την εργαλειοποίησαν για απολύσεις.
Να μην πετάξουμε όμως το μωρό με τα απόνερα.
Η αξιολόγηση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαίδευσης. Συνδέεται
άμεσα με τις διδακτικές προσεγγίσεις, την εκπαιδευτική στοχοθεσία και το
περιεχόμενο σπουδών.
Η επιμόρφωση των καθηγητών για το νέο Γυμνάσιο και Λύκειο μπορεί να
γίνει χωρίς αξιολόγηση; Και εδώ, άλλο ένα πρόβλημα ταμπού: Τράπεζα
Θεμάτων.
Ενα εκπαιδευτικό σύστημα που σέβεται τον εαυτό του δεν μπορεί να μην
έχει σταθμισμένες εξετάσεις. Υπάρχουν επιστημολογικά προβλήματα και
προβλήματα στην εκπαιδευτική διαδικασία που πρέπει να αντιμετωπίσουμε;
Σαφώς.
Η αξιολόγηση και η Τράπεζα Θεμάτων είναι δύο θεσμοί σημαντικοί και
απαραίτητοι για την εκπαίδευση ως κοινωνική δομή και λειτουργία.
Αλλά εξαρτάται από την κατασκευαστική δομή τους (μπορεί να είναι καλή
ή κακή), από τη δοσολογία της εφαρμογής τους (π.χ. διαφορετική στα
μαθηματικά από ό,τι στη λογοτεχνία), από τη συναρμογή της με τη
δημιουργικότητα και την αυτονομία εκπαιδευτικών και εκπαιδευμένων, ώστε
να μη μετατρέπεται το σχολείο σε εικονικό φροντιστήριο.
Σήμερα υπάρχει διεθνώς αναπτυγμένο λογισμικό και προβληματική γύρω
από τα ζητήματα και μάλιστα πολλά συστήματα αναλόγως των στόχων που
επιδιώκουμε. Δεν επιτρέπεται να το αγνοούμε.
Η «μπουλουκοποίηση» της εκπαίδευσης εν ονόματι του εξισωτισμού
διευρύνει, δεν μειώνει τις ανισότητες. Αλλωστε το αντίπαλο δέος είναι ο
τρόπος που γίνονται σήμερα οι εξετάσεις και η διαρκής αναπηρία που
προκαλούν στους μαθητές.
Εν ονόματι ποιας αρχής ανεχόμαστε τη διαιώνιση αυτού του συστήματος;
Αναδιοργάνωση της μέσης εκπαίδευσης σημαίνει ανακατανομή της σχολικής
στέγης και ανάπτυξη της τεχνολογίας τής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Αλλά
γιατί η συγχώνευση σχολείων είναι καταδικαστέα;
Δεν είναι προτιμότερο λιγότερα μεν, αλλά μεγαλύτερα και καλά
εξοπλισμένα σχολεία, με τη βιβλιοθήκη τους, τα εργαστήριά τους, τις
δυνατότητες επιλογών; Εχουμε αντιληφθεί τις δημογραφικές προβολές που
προβλέπουν μείωση του μαθητικού πληθυσμού κατά 30% την επόμενη δεκαετία;
Καλύτερο να στρουθοκαμηλίζουμε; Πολιτική σημαίνει πρόβλεψη, όχι δημαγωγία και καλοπιάσματα.
Μετεκπαίδευση καθηγητών
Προφανές ότι η μεταρρύθμιση πρέπει να συνοδευτεί με αποτελεσματική
επιμόρφωση και επαγγελματική υποστήριξη των εκπαιδευτικών, με
ενδοσχολικό χαρακτήρα και διαδικασία «στήριξης ομοτέχνων».
Μέσα στο πλαίσιο αυτό πράγματι οι διαφορετικές ειδικότητες, οι οποίες
υπάρχουν με τυχαίο τρόπο στη σημερινή εκπαίδευση (σύγκρινε το τεράστιο
εύρος της ειδικότητας του φιλόλογου με το στενότατο εύρος νεοεισαχθεισών
ειδικοτήτων, για να βρουν διέξοδο απόφοιτοι συγκεκριμένων
πανεπιστημιακών τμημάτων), πρέπει να τείνουν προς τους μεγάλους άξονες
της εκπαίδευσης.
Εκπαίδευση για χάρη των μαθητών ή προσαρμοσμένη στις ανάγκες του προσωπικού;
Ενας άξονας πολιτικής
Η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει σταθερά, και χωρίς να κοιτάει πίσω,
στην εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και μάλιστα να την εντάξει
σε έναν άξονα που θα αποτελείται από τρεις μείζονες δράσεις:
εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, καινοτομία και έρευνα, μια καινούργια
αντίληψη της πολιτικής του πολιτισμού.
Η ανάπτυξη αυτού του άξονα είναι εκ των ων ουκ άνευ για τη νέα
ιστορική περίοδο που ανοίγεται μπροστά μας και για την ταυτότητα μιας
νέας Ελλάδας.
Tuesday, October 11, 2016
Friday, September 30, 2016
Η διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης με αποδείξεις
Νίκος Παπαχρήστος Γραμματέας ΔΑΚΕ Καθηγητών Δ.Ε
Η πολιτική ηγεσία του Υπ. Παιδείας, με την έναρξη του σχολικού έτους, προχώρησε σε μια σειρά αντιεκπαιδευτικών ρυθμίσεων, δημιουργώντας ένα θολό τοπίο στην εκπαίδευση, υπονομεύοντας την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης στο δημόσιο σχολείο και δημιουργώντας ένα δικαιολογημένο κλίμα ανησυχίας στους εκπαιδευτικούς.
Συγκεκριμένα:
• Για άλλη μια φορά είχαμε μηδενικούς διορισμούς, παρά τα μεγάλα κενά που υπάρχουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
• Στη διαδικασία των μεταθέσεων ικανοποίησε πολύ μικρό ποσοστό των αιτούντων συναδέλφων, εγκλωβίζοντάς τους για άλλη μια φορά μακριά από τον τόπο συμφερόντων τους. Και αυτό παρά τις εκπαιδευτικές ανάγκες και μη λαμβάνοντας υπόψη τις συνεχείς οικονομικές περικοπές, γεγονός που καθιστά απαγορευτική τη διατήρηση δύο κατοικιών.
• Προχώρησε σε απαράδεκτες περικοπές στο ωρολόγιο πρόγραμμα του Γυμνασίου, με καθαρά δημοσιονομική στόχευση.
• Κατήργησε τη μείωση του διδακτικού ωραρίου για τους Υπεύθυνους Εργαστηρίων Φυσικής και Πληροφορικής, καθιστώντας τη λειτουργία των εν λόγω Εργαστηρίων προβληματική.
• Με το νέο αναλυτικό πρόγραμμα στα ΕΠΑΛ δημιούργησε εκατοντάδες τεχνητές υπεραριθμίες.
• Προχώρησε σε καταργήσεις τομέων και ειδικοτήτων και ακολούθησε απαράδεκτη περιοριστική πολιτική, καταργώντας τα ολιγομελή τμήματα στα ΕΠΑΛ.
• Την ίδια πολιτική ακολούθησε στο Γενικό Λύκειο στις Ομάδες Προσανατολισμού, υποχρεώνοντας αρκετούς μαθητές να αλλάξουν σχολείο, γιατί δεν υπήρχε η Ομάδα Προσανατολισμού που επιθυμούσαν.
• Κατήργησε το μάθημα της Ερευνητικής Εργασίας (Project) στα Γυμνάσια.
• Επέβαλλε στους Διευθυντές των σχολείων να προχωρήσουν στην ανάθεση μαθημάτων, παρά το ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και οι κείμενες διατάξεις ρητά αναφέρουν ότι ο Σύλλογος Διδασκόντων είναι υπεύθυνος για την ανάθεση μαθημάτων. Μετά την διαμαρτυρία της ΟΛΜΕ η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας υπαναχώρησε, υποχρέωσε όμως του Συλλόγους να προχωρήσουν στην ανωτέρω διαδικασία, επιβάλλοντας ασφυκτικά πλαίσια και πριν τα Υπηρεσιακά Συμβούλια συνεδριάσουν και τοποθετήσουν τους προς διάθεση συναδέλφους.
• Υποβάθμισε τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών, καταργώντας τη ρύθμιση που προέβλεπε τη διαίρεση των τμημάτων στο Γυμνάσιο σε «αρχάριους» και «προχωρημένους» για τα σχολεία που έχουν μονό αριθμό τμημάτων. Έτσι ένα σχολείο που έχει π.χ. πέντε τμήματα σε μία τάξη θα προχωρήσει στο χωρισμό των μαθητών σε «αρχάριους» και «προχωρημένους» για τα τέσσερα τμήματα ενώ δεν θα ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία για το 5ο τμήμα. Στο 5ο τμήμα θα γίνει διαγνωστικό τεστ και οι μαθητές στο σύνολό τους θα ακολουθήσουν το πρόγραμμα των «αρχαρίων» ή των «προχωρημένων» σύμφωνα με την πλειοψηφία των μαθητών. Η διάκριση αυτή μεταξύ των μαθητών είναι απαράδεκτη.
• Επέβαλλε μια απαράδεκτη διάκριση μεταξύ των μαθημάτων.
• Επιβάλλει την υποχρεωτική μετακίνηση καθηγητών εντός Περιφερείας και παρά την κατηγορηματική διαφωνία της Ομοσπονδίας. Ο Υπουργός προανήγγειλε ότι το απαράδεκτο αυτό μέτρο θα εφαρμοστεί σίγουρα στις Περιφέρειες Αττικής και Θεσσαλίας.
• Αδιαφορεί για τις υποστηρικτικές δομές της εκπαίδευσης (Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη στα Λύκεια και Ενισχυτική Διδασκαλία για τα Γυμνάσια).
Είναι πλέον πασιφανές ότι η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας ακολουθεί μια σκληρή περιοριστική πολιτική, που επιβάλλεται από την Τρόικα και τους δανειστές. Είναι μια πολιτική που αδιαφορεί για τις ανάγκες μαθητών και καθηγητών και βρίσκεται μακριά από οποιαδήποτε παιδαγωγική προσέγγιση για το δημόσιο σχολείο.
Ο κλάδος των καθηγητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με το αίσθημα ευθύνης που διαχρονικά τον διακρίνει, οφείλει να αντιδράσει δυναμικά στην εφαρμοζόμενη πολιτική. Όχι μόνο γιατί θίγει βάναυσα τις εργασιακές μας σχέσεις και καλεί τους εκπαιδευτικούς να εργαστούν κάτω από ασφυκτικές πιέσεις. Αλλά πρωτίστως, επειδή υπονομεύεται η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, κάθε Λειτουργός της Παιδείας οφείλει να διαμαρτυρηθεί, υπερασπιζόμενος τα δικαιώματα των μαθητών του.
Tuesday, September 20, 2016
Η ΕΕΧ για τις πρόσφατες εξελίξεις στη Χημεία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση
Καλώστηνε και ας άργησε, αφού άφησε τις οικολογικές ενασχολήσεις της ξύπνησε
Η ΕΕΧ για τις πρόσφατες εξελίξεις στη Χημεία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση
http://www.esos.gr/arthra/46263/i-eeh-gia-tis-prosfates-exelixeis-sti-himeia-sti-deyterovathmia-ekpaideysi
Η Ένωση Ελλήνων Χημικών (ΕΕΧ) έχει απευθυνθεί θεσμικά, όπως ο ρόλος της ως Σύμβουλου του Κράτους σε θέματα Χημείας και Χημικής Εκπαίδευσης το επιβάλλει, επανειλημμένα στο ΥΠΠΕΘ, μέσα στο 2016, χωρίς να έχει εισακουσθεί για κανένα από τα θέματα που εξαφανίζουν την επιστήμη της Χημείας από την Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, υποβαθμίζοντας και την ποιότητα της ίδιας της Εκπαίδευσης.
Αντίθετα, έχει αντιμετωπίσει ένα καθεστώς διακρίσεων σε βάρος των Χημικών Καθηγητών σε αποσπάσεις, προσλήψεις αναπληρωτών, στην ειδική αγωγή, στα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας.
Πρόσφατες αποφάσεις του ΥΠΠΕΘ οδήγησαν στα ακόλουθα αποτελέσματα:
Α. στο μικρό αριθμό Χημικών- Αναπληρωτών που διορίστηκαν, ως αποτέλεσμα της συρρίκνωσης των ωρών Χημείας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση,
Β. στην κατάταξη της Χημείας στο Γυμνάσιο στα δευτερεύοντα μαθήματα και τη μη γραπτή της εξέταση.
Δικαίως λοιπόν η ΕΕΧ θέτει τόσο στην ηγεσία του ΥΠΠΕΘ, όσο και στην ελληνική κοινωνία τα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Πως η Πολιτεία προχωρά σε ρυθμίσεις μέσα στις θερινές διακοπές χωρίς να έχει προηγηθεί διαβούλευση με τον σύμβουλο που η Πολιτεία έχει θεσμοθετήσει, την Ένωση Ελλήνων Χημικών και χωρίς να έχει αναπτυχθεί επιστημονικό σκεπτικό για τις αιφνίδιες αυτές αλλαγές;
2. Σε συνάντηση που είχε το προεδρείο της ΕΕΧ με τον Γ.Γ. του ΥΠΠΕΘ, πριν από αρκετούς μήνες, είχε εντοπίσει το θέμα της συνεχούς μείωσης της Χημείας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση σε όλους τους τομείς και τα επίπεδα (Γυμνάσιο, Α΄ΕΠΑΛ, Β΄ Λ Θετικής ΓΕΛ). Οι διορισμοί Χημικών- Αναπληρωτών ήταν δυσανάλογα μικρότεροι αυτών των συναδέλφων Βιολόγων, οι οποίοι ήταν υπερτριπλάσιοι και υπερδιπλάσιοι αυτών των συναδέλφων Φυσικών, γεγονός που οδήγησε την ΕΕΦ να προβεί σε έντονη διαμαρτυρία. Δεν είναι ακριβές ότι είχαμε σημειώσει με έμφαση και έγκαιρα, σε εκείνη την συνάντηση, ότι η ανισότροπη κατανομή των ωρών διδασκαλίας των Φ.Ε. θα επιφέρει ανισορροπία στη λειτουργία των σχολείων και δυσανάλογα μεγάλα κενά βιολογίας;
3. Δεν είναι ακριβές ότι η ΕΕΧ κατέθεσε έγκαιρα πλήρεις Σκέψεις και Προτάσεις για Ενιαίο Πλαίσιο Διδασκαλίας των Φυσικών Επιστημών (Φυσικής, Χημείας, Βιολογίας, Γεωλογίας - Γεωγραφίας) στο Γυμνάσιο;
Ακριβώς σε αυτό το Πλαίσιο και σε αυτή την προοπτική Ενιαίων Φ.Ε. στο Γυμνάσιο και σχετικά με το νέο εξεταστικό σύστημα του Γυμνασίου, σύμφωνα με το οποίο από τις Φυσικές Επιστήμες εξετάζεται γραπτώς μόνο η Φυσική, η ΕΕΧ παρουσιάζει την ακόλουθη πρόταση:
Η γραπτή αξιολόγηση των μαθητών σε κάθε τάξη του Γυμνασίου να γίνεται κατά τρόπο αντιπροσωπευτικό της διδασκαλίας των Φυσικών Επιστημών και συγκεκριμένα με ένα μόνο ενιαίο διαγώνισμα στο οποίο τα θέματα θα τίθενται αναλογικά με τις ώρες διδασκαλίας των επιμέρους μαθημάτων και σε ένα λογικό ποσοστό της διδαχθείσας ύλης από κάθε αντικείμενο. Η πρόταση αυτή αφενός ενισχύει και εξυπηρετεί την άποψη της ενοποίησης της διδασκαλίας των Φυσικών Επιστημών στο Γυμνάσιο και αφετέρου άρει το διαχωρισμό των Φυσικών Επιστημών σε πρωτεύουσες και δευτερεύουσες, πρακτική που κατακερματίζει τη μελέτη του ενιαίου Φυσικού κόσμου. Μία τέτοια πρακτική θα δημιουργούσε άμεσα κλίμα συνεργασίας ανάμεσα στις ειδικότητες ΠΕ04, θα καλλιεργούσε στους μαθητές και στις μαθήτριες την αντίληψη της διεπιστημονικότητας για τη μελέτη του Φυσικού κόσμου και θα προωθούσε την ενοποίηση επιλύοντας από αυτή ήδη την σχολική χρονιά πολλά πρακτικά προβλήματα.
Σε πλήρη αντίθετη προς τα ανωτέρω, η λογική της κατάταξης της Χημείας και άλλων θεμελιωδών Φ.Ε. όπως της Βιολογίας και της Γεωλογίας, στο Γυμνάσιο στα δευτερεύοντα μαθήματα, θα οδηγήσει σε απατηλή εντύπωση τους μικρούς μαθητές για τη σημασία τους με μεγάλες συνέπειες στην πορεία τους μετέπειτα στην ανώτερη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, όπως και στις περαιτέρω σπουδές τους.
Προέκυψε μόλις πριν λίγες ώρες και το θέμα της ανακοίνωσης του εξορθολογισμού της ύλης, με σημαντικές διαφοροποιήσεις στην Α΄και Β΄Λυκείου, οι οποίες βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση, ως προς τη φιλοσοφία τους, με την πρόταση Αναλυτικού Προγράμματος Χημείας που είχε εκπονήσει και καταθέσει η ΕΕΧ, ήδη από τον Ιούνιο του 2014 και φυσικά χωρίς να έχει προηγηθεί καμία διαβούλευση του ΥΠΠΕΘ ή της Επιτροπής που ασχολήθηκε με τον εξορθολογισμό της ύλης με τον θεσμοθετημένο σύμβουλο του ΥΠΠΕΘ σε θέματα Χημικής Εκπαίδευσης, την ΕΕΧ. Πριν προλάβει κανείς να μελετήσει τις αλλαγές και να εκφέρει μία σταθμισμένη γνώμη αναρτήθηκαν στις εκπαιδευτικές ιστοσελίδες και στάλθηκαν στα σχολεία μέσα στο Σαββατοκύριακο, παρά το γεγονός ότι ο Υπουργός ΠΕΘ είχε ανακοινώσει ότι οι σχολικοί Σύμβουλοι Εκπαίδευσης θα κληθούν να γνωματεύσουν σε σχετική σύσκεψη πάνω στις προτεινόμενες αλλαγές. Καλούμε τους Συμβούλους Εκπαίδευσης της ειδικότητας Χημικών να υπερασπιστούν σε αυτή τη σύσκεψη τις επιστημονικές θέσεις του κλάδου.
Καλούμε την ηγεσία του ΥΠΠΕΘ να ανταποκριθεί άμεσα στο αίτημα για συνάντηση με την ΕΕΧ, και τις άλλες επιστημονικές ενώσεις, να λάβει υπόψη τις επεξεργασμένες θέσεις που έχουν υποβληθεί και να προχωρήσει σε διαβούλευση πριν καταλήξει σε αποφάσεις που υπάρχει κίνδυνος να εξαφανίσουν προοδευτικά, σε μία αυτοτροφοδοτούμενη δίνη προς τα κάτω, τη Χημεία και τους Χημικούς από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση με σοβαρότατες συνέπειες στη μόρφωση των παιδιών, στην Εκπαίδευση αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία.
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΗΜΙΚΩΝ
Η ΕΕΧ για τις πρόσφατες εξελίξεις στη Χημεία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση
http://www.esos.gr/arthra/46263/i-eeh-gia-tis-prosfates-exelixeis-sti-himeia-sti-deyterovathmia-ekpaideysi
Η Ένωση Ελλήνων Χημικών (ΕΕΧ) έχει απευθυνθεί θεσμικά, όπως ο ρόλος της ως Σύμβουλου του Κράτους σε θέματα Χημείας και Χημικής Εκπαίδευσης το επιβάλλει, επανειλημμένα στο ΥΠΠΕΘ, μέσα στο 2016, χωρίς να έχει εισακουσθεί για κανένα από τα θέματα που εξαφανίζουν την επιστήμη της Χημείας από την Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, υποβαθμίζοντας και την ποιότητα της ίδιας της Εκπαίδευσης.
Αντίθετα, έχει αντιμετωπίσει ένα καθεστώς διακρίσεων σε βάρος των Χημικών Καθηγητών σε αποσπάσεις, προσλήψεις αναπληρωτών, στην ειδική αγωγή, στα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας.
Πρόσφατες αποφάσεις του ΥΠΠΕΘ οδήγησαν στα ακόλουθα αποτελέσματα:
Α. στο μικρό αριθμό Χημικών- Αναπληρωτών που διορίστηκαν, ως αποτέλεσμα της συρρίκνωσης των ωρών Χημείας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση,
Β. στην κατάταξη της Χημείας στο Γυμνάσιο στα δευτερεύοντα μαθήματα και τη μη γραπτή της εξέταση.
Δικαίως λοιπόν η ΕΕΧ θέτει τόσο στην ηγεσία του ΥΠΠΕΘ, όσο και στην ελληνική κοινωνία τα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Πως η Πολιτεία προχωρά σε ρυθμίσεις μέσα στις θερινές διακοπές χωρίς να έχει προηγηθεί διαβούλευση με τον σύμβουλο που η Πολιτεία έχει θεσμοθετήσει, την Ένωση Ελλήνων Χημικών και χωρίς να έχει αναπτυχθεί επιστημονικό σκεπτικό για τις αιφνίδιες αυτές αλλαγές;
2. Σε συνάντηση που είχε το προεδρείο της ΕΕΧ με τον Γ.Γ. του ΥΠΠΕΘ, πριν από αρκετούς μήνες, είχε εντοπίσει το θέμα της συνεχούς μείωσης της Χημείας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση σε όλους τους τομείς και τα επίπεδα (Γυμνάσιο, Α΄ΕΠΑΛ, Β΄ Λ Θετικής ΓΕΛ). Οι διορισμοί Χημικών- Αναπληρωτών ήταν δυσανάλογα μικρότεροι αυτών των συναδέλφων Βιολόγων, οι οποίοι ήταν υπερτριπλάσιοι και υπερδιπλάσιοι αυτών των συναδέλφων Φυσικών, γεγονός που οδήγησε την ΕΕΦ να προβεί σε έντονη διαμαρτυρία. Δεν είναι ακριβές ότι είχαμε σημειώσει με έμφαση και έγκαιρα, σε εκείνη την συνάντηση, ότι η ανισότροπη κατανομή των ωρών διδασκαλίας των Φ.Ε. θα επιφέρει ανισορροπία στη λειτουργία των σχολείων και δυσανάλογα μεγάλα κενά βιολογίας;
3. Δεν είναι ακριβές ότι η ΕΕΧ κατέθεσε έγκαιρα πλήρεις Σκέψεις και Προτάσεις για Ενιαίο Πλαίσιο Διδασκαλίας των Φυσικών Επιστημών (Φυσικής, Χημείας, Βιολογίας, Γεωλογίας - Γεωγραφίας) στο Γυμνάσιο;
Ακριβώς σε αυτό το Πλαίσιο και σε αυτή την προοπτική Ενιαίων Φ.Ε. στο Γυμνάσιο και σχετικά με το νέο εξεταστικό σύστημα του Γυμνασίου, σύμφωνα με το οποίο από τις Φυσικές Επιστήμες εξετάζεται γραπτώς μόνο η Φυσική, η ΕΕΧ παρουσιάζει την ακόλουθη πρόταση:
Η γραπτή αξιολόγηση των μαθητών σε κάθε τάξη του Γυμνασίου να γίνεται κατά τρόπο αντιπροσωπευτικό της διδασκαλίας των Φυσικών Επιστημών και συγκεκριμένα με ένα μόνο ενιαίο διαγώνισμα στο οποίο τα θέματα θα τίθενται αναλογικά με τις ώρες διδασκαλίας των επιμέρους μαθημάτων και σε ένα λογικό ποσοστό της διδαχθείσας ύλης από κάθε αντικείμενο. Η πρόταση αυτή αφενός ενισχύει και εξυπηρετεί την άποψη της ενοποίησης της διδασκαλίας των Φυσικών Επιστημών στο Γυμνάσιο και αφετέρου άρει το διαχωρισμό των Φυσικών Επιστημών σε πρωτεύουσες και δευτερεύουσες, πρακτική που κατακερματίζει τη μελέτη του ενιαίου Φυσικού κόσμου. Μία τέτοια πρακτική θα δημιουργούσε άμεσα κλίμα συνεργασίας ανάμεσα στις ειδικότητες ΠΕ04, θα καλλιεργούσε στους μαθητές και στις μαθήτριες την αντίληψη της διεπιστημονικότητας για τη μελέτη του Φυσικού κόσμου και θα προωθούσε την ενοποίηση επιλύοντας από αυτή ήδη την σχολική χρονιά πολλά πρακτικά προβλήματα.
Σε πλήρη αντίθετη προς τα ανωτέρω, η λογική της κατάταξης της Χημείας και άλλων θεμελιωδών Φ.Ε. όπως της Βιολογίας και της Γεωλογίας, στο Γυμνάσιο στα δευτερεύοντα μαθήματα, θα οδηγήσει σε απατηλή εντύπωση τους μικρούς μαθητές για τη σημασία τους με μεγάλες συνέπειες στην πορεία τους μετέπειτα στην ανώτερη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, όπως και στις περαιτέρω σπουδές τους.
Προέκυψε μόλις πριν λίγες ώρες και το θέμα της ανακοίνωσης του εξορθολογισμού της ύλης, με σημαντικές διαφοροποιήσεις στην Α΄και Β΄Λυκείου, οι οποίες βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση, ως προς τη φιλοσοφία τους, με την πρόταση Αναλυτικού Προγράμματος Χημείας που είχε εκπονήσει και καταθέσει η ΕΕΧ, ήδη από τον Ιούνιο του 2014 και φυσικά χωρίς να έχει προηγηθεί καμία διαβούλευση του ΥΠΠΕΘ ή της Επιτροπής που ασχολήθηκε με τον εξορθολογισμό της ύλης με τον θεσμοθετημένο σύμβουλο του ΥΠΠΕΘ σε θέματα Χημικής Εκπαίδευσης, την ΕΕΧ. Πριν προλάβει κανείς να μελετήσει τις αλλαγές και να εκφέρει μία σταθμισμένη γνώμη αναρτήθηκαν στις εκπαιδευτικές ιστοσελίδες και στάλθηκαν στα σχολεία μέσα στο Σαββατοκύριακο, παρά το γεγονός ότι ο Υπουργός ΠΕΘ είχε ανακοινώσει ότι οι σχολικοί Σύμβουλοι Εκπαίδευσης θα κληθούν να γνωματεύσουν σε σχετική σύσκεψη πάνω στις προτεινόμενες αλλαγές. Καλούμε τους Συμβούλους Εκπαίδευσης της ειδικότητας Χημικών να υπερασπιστούν σε αυτή τη σύσκεψη τις επιστημονικές θέσεις του κλάδου.
Καλούμε την ηγεσία του ΥΠΠΕΘ να ανταποκριθεί άμεσα στο αίτημα για συνάντηση με την ΕΕΧ, και τις άλλες επιστημονικές ενώσεις, να λάβει υπόψη τις επεξεργασμένες θέσεις που έχουν υποβληθεί και να προχωρήσει σε διαβούλευση πριν καταλήξει σε αποφάσεις που υπάρχει κίνδυνος να εξαφανίσουν προοδευτικά, σε μία αυτοτροφοδοτούμενη δίνη προς τα κάτω, τη Χημεία και τους Χημικούς από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση με σοβαρότατες συνέπειες στη μόρφωση των παιδιών, στην Εκπαίδευση αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία.
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΗΜΙΚΩΝ
ΔΟΕ: Ο υπ. Παιδείας αμφισβήτησε το δικαίωμα της απεργίας
ΔΟΕ: Ο υπ. Παιδείας αμφισβήτησε το δικαίωμα της απεργίας
Στη συνέχεια απαξίωσε την 24ωρη απεργία, επικαλούμενος χαμηλά ποσοστά συμμετοχής
20/09/2016
Α. Ο κύριος Υπουργός δεν παρέλειψε, να αμφισβητήσει, επί της ουσίας, το δικαίωμα της 85ης Γ.Σ. του Κλάδου να αποφασίσει την απεργιακή κινητοποίηση
Β. Στη συνέχεια απαξίωσε την 24ωρη απεργία, επικαλούμενος χαμηλά ποσοστά συμμετοχής (κάτι που επανέλαβε το ίδιο βράδυ το επιτελείο του με τη «διαρροή» επιλεγμένων ποσοστών σε εκπαιδευτικές ιστοσελίδες).
Γ. Είναι τουλάχιστο θλιβερό για μια κυβέρνηση (που ετοιμάζει το δρόμο για τον περιορισμό των συνδικαλιστικών ελευθεριών μέσω του επερχόμενου εκλογικού νόμου) να επιχαίρει όταν οι εξαθλιωμένοι μισθολογικά και υπερφορολογημένοι (εξ αιτίας της βάναυσης οικονομικής πολιτικής της) εργαζόμενοι δυσκολεύονται να συμμετέχουν σε απεργίες.
Δ. Αντικατοπτρίζει όμως πλήρως τη Γκεμπελική φιλοσοφία της η οποία γίνεται ακόμη πιο κραυγαλέα όταν ο κύριος Υπουργός σε συνέντευξή του σε εφημερίδα δηλώνει ότι : «Οι αλλαγές αυτές (στο νηπιαγωγείο και στο δημοτικό) είναι αποτέλεσμα του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία που προηγήθηκε και συζητήθηκαν με τους εκπρόσωπους της ΔΟΕ. Αντιλαμβανόμαστε τις συνδικαλιστικές αδράνειες και τα κομματικά συμφέροντα που εξυπηρετούν αλλά όλοι πρέπει να αλλάξουμε και να προσβλέπουμε στη συνεργασία για το κοινό καλό».
Ε. Πότε αλήθεια συζήτησε το Υπουργείο με τη Δ.Ο.Ε. για όλα τα παραπάνω; Ξέχασε, άραγε, ο κύριος Υπουργός ότι η Δ.Ο.Ε. δεν κλήθηκε ποτέ να εκφράσει την άποψή της ενώ το Υπουργείο νομοθετούσε ακάθεκτο σε βάρος της δημόσιας εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών; Όσο για τις φράσεις απαξίωσης της φυσιογνωμίας και της λειτουργίας της Δ.Ο.Ε. είναι απόλυτα αντίστοιχες με τις μεθόδους χειραγώγησης της κοινής γνώμης μέσω πεζοδρομιακού λαϊκισμού που χρησιμοποιεί ο κύριος Υπουργός την ίδια ώρα που βαφτίζει το κρέας ψάρι και φτιασιδώνει το χάος που έχει προκαλέσει πλασάροντάς το ως καινοτομία ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για καταστροφική «κενο … τομία».
Ζ. Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. καλεί τους εκπαιδευτικούς να συμμετέχουν μαζικά και δυναμικά στις Γ.Σ. των Συλλόγων και στις δράσεις της Ομοσπονδίας. Όλοι μαζί μπορούμε να αγωνιστούμε και να διαφυλάξουμε το δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης.
Οι απαντήσεις στα αιτήματα
Οσον αφορά τις απαντήσεις του υπουργού Παιδείας στη συνάντηση, η ΔΟΕ σημειώνει πως «κινήθηκαν στην τροχιά της αρχής ότι η εκπαίδευση δεν μπορεί να κινηθεί εκτός των ορίων που θέτει η οικονομική συγκυρία, δηλαδή τα μνημόνια».
Εντός του πλαισίου αυτού κινούμενος, υπογραμμίζει η ΔΟΕ, ο υπ. Παιδείας :
• Δεν απάντησε στο πότε και πόσοι μόνιμοι διορισμοί πρόκειται να πραγματοποιηθούν, με το σιβυλλικό ευφυολόγημα «θα γίνουν από την επόμενη κυβέρνηση».
• Προσπάθησε να ντύσει με παιδαγωγικό μανδύα (ξεχνώντας ότι συνομιλούσε με εκπαιδευτικούς) τις υπουργικές αποφάσεις που διαλύουν το ολοήμερο Νηπιαγωγείο και Δημοτικό, χρησιμοποιώντας παράλληλα φράσεις όπως: «ικανοποιήθηκε, επιτέλους, το αίτημα του ωραρίου των νηπιαγωγών», «υπάρχει αντίδραση απ’ τις νηπιαγωγούς γιατί ξεβολεύονται», «μόνο στην πρωινή βάρδια (των δημοτικών) θα υπάρχει σταθερή εργασιακή σχέση», «υπάρχουν δάσκαλοι που περισσεύουν», «υπήρχε σπατάλη πιστώσεων πέρυσι. Έγινε πάρτι», «με βάση τα στοιχεία που έχουμε δεν υπάρχει ανάγκη για 14.000 διορισμούς που έγιναν πέρυσι», «υπάρχει πληθώρα οργανικών θέσεων ιδιαίτερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη», «η εκπαίδευση μπορεί να λειτουργήσει με λιγότερους εκπαιδευτικούς», « του χρόνου μπορούμε να μαζέψουμε κι άλλο τα πράγματα», «οι οργανικές θέσεις είναι πολλές , έχουν δοθεί ρουσφετολογικά, θα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με αυτές».
• Έκανε σαφές ότι ελάχιστες πιστώσεις για προσλήψεις αναπληρωτών πρόκειται να διατεθούν από εδώ και πέρα στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, κατά κύριο λόγο ειδικής αγωγής και ειδικοτήτων (όσων θα χρειαστούν μετά από την αξιοποίηση όλων των ωρών που θα περισσέψουν από τη δευτεροβάθμια).
• Ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να ικανοποιηθεί το σύνολο των αιτημάτων για παράλληλη στήριξη επειδή είναι πάρα πολλά.
• Τόνισε ότι δε θεωρεί απόλυση τη μη πρόσληψη αναπληρωτών, ειδικά αν αυτοί έχουν εργαστεί για ένα χρόνο ή λιγότερο.
• Για τις οργανικές θέσεις των ειδικοτήτων ανέφερε ότι θα δοθούν στις διευθύνσεις κι ότι αν κάποιοι «περισσεύουν» θα τίθενται σταδιακά στη διάθεση της Περιφέρειας.
• Δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση όταν του αναφέρθηκαν όλες οι παράνομες ενέργειες που έχουν γίνει σε εκτέλεση της απαράδεκτης και παράνομης εγκυκλίου του ΥΠ.Π.Ε.Θ. στην έναρξη της χρονιάς καθώς και για το απίστευτο θέατρο του παραλόγου που επικρατεί στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης με τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις εκπαιδευτικών.
Thursday, May 26, 2016
Ο Ενιαίος Χώρος Εκπαίδευσης και Έρευνας ως πεδίο εφαρμογής μεταρρυθμιστικής πολιτικής
http://www.esos.gr/arthra/44221/apokleistiko-i-protasi-gia-tis-allages-sta-panepistimia-kai-tei
ο esos δημοσιεύει κατ αποκλειστικότητα την πρόταση της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου για την παιδεία για τι αλλαγές στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, , που θα παρουσιαστεί στην τελική συνάντηση των Επιτροπών του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου, που θα πραγματοποιηθεί αύριο Παρασκευή, στο υπουργείο Παιδείας, παρουσία της πολιτικής ηγεσίας.
Ειδικότερα:
Ι. Ο Ενιαίος Χώρος Εκπαίδευσης και Έρευνας ως πεδίο εφαρμογής μεταρρυθμιστικής πολιτικής
Η δημιουργία ενιαίου χώρου εκπαίδευσης και έρευνας καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά χρονίων προβλημάτων στο ακαδημαϊκό-ερευνητικό οικοσύστημα όπως:
-Την γεωγραφική απομόνωση επιμέρους ερευνητικών μονάδων, σε συνδυασμό με κατακερματισμό ή εκτεταμένες αλληλεπικαλύψεις των ερευνητικών δραστηριοτήτων.
-Την πολυτυπία εργασιακών σχέσεων και διοικητικών/διαχειριστικών πρακτικών στα ΕΚ.
-Τα ελλείμματα προσωπικού και κρισίμων μαζών σε ΑΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα (ΕΚ) σε συνδυασμό με τη μαζική μετανάστευση νέων επιστημόνων στο εξωτερικό
-Τη σχετικά περιορισμένη αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων στη λεγόμενη «αλυσίδα της καινοτομίας» (βασική έρευνα-εφαρμοσμένη έρευνα- εμπορική εκμετάλλευση καινοτόμων εφαρμογών).
-Την έλλειψη δυνατοτήτων μιας πιο ευέλικτης εκπαιδευτικής διαδικασίας στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ.
-Την προβληματική κατάσταση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών.
-Την μεγάλη διαφορά που παρατηρείται στο επίπεδο σπουδών αλλά και ερευνητικής δραστηριότητας ανάμεσα σε Τμήματα με ομοειδή γνωστικά
αντικείμενα.
-Την αδυναμία πρόσβασης στα ΑΕΙ και ΕΚ των νέων επιστημόνων.
Οι προτάσεις που ακολουθούν αποβλέπουν στην αναβάθμιση του έργου που παράγεται στα ΑΕΙ και τα ΕΚ, στην εναρμόνιση των εκπαιδευτικών και των ερευνητικών δραστηριοτήτων σε όλη την επικράτεια, στην εξοικονόμηση πόρων και στην υποβοήθηση της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Θα πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι η συγκρότηση του Ενιαίου Χώρου αποτελεί μια ανατροφοδοτούμενη, εθνική στρατηγική στον τομέα της Παιδείας που δεν εξαντλείται σε έναν «κατάλογο» δράσεων και χρειάζεται διαρκή εμπλουτισμό και αναπροσαρμογή.
Με άξονα τα παραπάνω, η στρατηγική για την επίτευξη του Ενιαίου Χώρου Εκπαίδευσης και Έρευνας θα πρέπει να ακολουθήσει μια κατά στάδια διαδικασία που περιλαμβάνει:
α) την ακριβή καταγραφή των ακαδημαϊκών-ερευνητικών ομάδων σε Πανεπιστήμια, ΤΕΙ και ΕΚ. Σε περίπτωση που ακαδημαϊκοί και ερευνητές δεν εντάσσονται σε ομάδες, να αναφερθεί η γενική περιοχή ερευνητικής δραστηριότητας τους.
β) τα προβλήματα υποδομών που αντιμετωπίζει κάθε ομάδα συμπεριλαμβανομένων και τα θέματα κρίσιμων μαζών
γ) την αποτύπωση των συναφειών ανάμεσα σε διαφορετικές μονάδες. Αυτό θα μπορούσε να γίνει από τις ίδιες τις ομάδες μετά από συνεννόηση μεταξύ τους.
δ) τις συγκεκριμένες αναπτυξιακές προοπτικές της κάθε ομάδας, συμπεριλαμβανομένων και των δυνατοτήτων εμπλοκής νέων επιστημόνων.
Ο κυρίαρχος διαχωρισμός της έρευνας σε «βασική» και «εφαρμοσμένη», εγκλωβίζει τον προβληματισμό για τον ενιαίο χώρο ΑΕΙ και ΕΚ σε μία τεχνητή διαίρεση, με αποτέλεσμα διάφοροι τομείς είτε να συνεχίσουν να υποβαθμίζονται, είτε να αγνοούνται εντελώς (όπως για παράδειγμα, η έρευνα στους καλλιτεχνικούς κλάδους, σε ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, όπως η κοινωνική ανθρωπολογία κ.ά.). Επιπλέον η κυρίαρχη αντίληψη για την καινοτομία, τόσο στο επίπεδο της ευρωπαϊκής πολιτικής, όσο και στο επίπεδο της πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά και σε ορισμένους ακαδημαϊκούς κύκλους, περιορίζεται στην καταμέτρηση των κατατεθειμένων ευρεσιτεχνιών, των συνεργασιών με επιχειρήσεις και των εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων. Η συνύπραξη όλων των δυνατών μορφών, πρακτικών και αντιλήψεων για την έρευνα αποτελεί μία μεγάλη κατάκτηση των ΑΕΙ και ΕΚ και η κουλτούρα αυτή θα πρέπει να προφυλαχθεί και να ενισχυθεί. Επιπλέον, θα πρέπει να γίνουν όλες οι δυνατές αναπροσαρμογές ώστε τα Ιδρύματα στην Ελλάδα να επωφεληθούν από χρηματοδοτικούς μηχανισμούς που ενισχύουν την καινοτομία και την συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Όμως, τα δημόσια ιδρύματα θα πρέπει να προσέλθουν σε αυτή τη συνεργασία με τη μορφή ενός θεσμικά θωρακισμένου δικτύου για πολλούς λόγους: Πρώτον, για να διατηρήσουν τον δημόσιο χαρακτήρα τους και να μην είναι ευάλωτα απέναντι σε ιδιοτελή συμφέροντα· δεύτερον, για να οικοδομηθεί «ικανότητα» που ενδεχομένως θα προσελκύσει την υγιή και καινοτόμο επιχειρηματικότητα· και τρίτον, για να μετασχηματισθεί το παραγωγικό μοντέλο προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας. Ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας είναι απαραίτητος διότι στο μεγαλύτερο μέρος του, ο παραγωγικός ιστός της χώρας αποτελείται από επιχειρήσεις μικρού μεγέθους και χαμηλής έντασης γνώσης, με αποτέλεσμα την υποτονική ζήτηση, αλλά και τις χαμηλές επενδύσεις στην έρευνα.
Επαναλαμβάνουμε πως οι απαραίτητες αναπροσαρμογές για μία ουσιαστική εμπλοκή με την «αλυσίδα της καινοτομίας» ΔΕΝ σημαίνει ότι αυτό αποτελεί την βάση για την διαμόρφωση πολιτικής στον τομέα της έρευνας, αλλά, αντιθέτως έρχεται να συμπληρώσει τις επιτυχημένες και με μακρά ιστορία διεργασίες μιας πολύμορφης ερευνητικής κουλτούρας.
Δυστυχώς η ευρωπαϊκή πολιτική για την έρευνα παραμένει μεροληπτικά προσανατολισμένη σε δομές μεγάλης και πολύ μεγάλης κλίμακας, ευνοώντας έτσι ορισμένες μόνο κατηγορίες σχημάτων και – με αυτόν τον έμμεσο τρόπο – συμμετεχόντων, τόσο σε επίπεδο κρατών, όσο και σε επίπεδο ιδρυμάτων και μονάδων, αλλά και κλάδων. Επομένως, αν το σκεπτικό αυτό εξακολουθήσει να υιοθετείται σε εθνικό επίπεδο, η συγκρότηση του ενιαίου χώρου ΑΕΙ και ΕΚ θα εγκλωβιστεί στην σχεδόν αποκλειστική επιδίωξη για επενδύσεις από τον ιδιωτικό τομέα και την εξασφάλιση μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων σε ορισμένους μόνο κλάδους, αναπαράγοντας με τον τρόπο αυτό αποκλεισμούς, ανισότητες και ασυμμετρίες. Ένα πραγματικό επίδικο, επομένως, είναι να ξεπεραστεί ο τεχνητός αυτός διαχωρισμός ενόψει της συγκρότησης του ενιαίου χώρου, με γνώμονα την συμβολή στην παραγωγική ανασυγκρότηση, μέρος της οποίας – αλλά όχι κεντρικό άξονα – αποτελούν η εμπορική εκμετάλλευση των όποιων αποτελεσμάτων, η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα και η εξασφάλιση των μεγάλων χρηματοδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από την άποψη αυτή, ένα δεύτερο επίδικο είναι η στρατηγική που χρειάζεται να υιοθετηθεί ώστε να επιτευχθεί κάποια τροποποίηση έστω της ευρωπαϊκής πολιτικής στον τομέα της έρευνας, με τελικό στόχο να αποκατασταθούν ορισμένες στοιχειώδεις ισορροπίες, κυρίως όμως για να εξυπηρετηθεί ο στόχος της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Συνοπτικά, πέρα από τα αναγκαία μέτρα για προσαρμογή της χώρας σε αυτήν την πολιτική, ώστε να μπορεί να διεκδικεί με επιτυχία τα μεγάλα προγράμματα και τις αντίστοιχες χρηματοδοτήσεις τους, χρειάζεται να ανοίξει η συζήτηση για την αναθεώρησή της σε ευρωπαϊκό επίπεδο και την υπέρβαση του τεχνητού διαχωρισμού που καταλήγει στην αναπαραγωγή μιας σειράς ανισοτήτων τόσο μεταξύ των χωρών, όσο και στο εσωτερικό τους, αλλά και μεταξύ διαφορετικών κλάδων.
ΙΙ. Η στοχευμένη χρηματοδότηση ως όργανο εθνικής στρατηγικής στην εκπαίδευση και την έρευνα
Βασικό σκεπτικό:
Η εθνική πολιτική για την Έρευνα και την Καινοτομία δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στα προγράμματα ΕΣΠΑ. Με δεδομένη τη διαχειριστική δυσκαμψία και την αποκλίνουσα στόχευση που αυτά τα προγράμματα, απαραίτητη προϋπόθεση για να αρθρωθεί μια εθνική στρατηγική είναι η δημιουργία ενός Εθνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας –που, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα.
Το Ίδρυμα θα είναι επιφορτισμένο με: (α) την οικονομική ενίσχυση της έρευνας στα ερευνητικά και τα ακαδημαϊκά ιδρύματα, αλλά και στους κλάδους όπου η έρευνα δεν υφίσταται ακόμη σε επίπεδο ερευνητικών κέντρων· (β) την υποστήριξη της δικτύωσης των ερευνητικών και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, αλλά και των ερευνητών, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο· (γ) την υποστήριξη της διασύνδεσης ανάμεσα στα ακαδημαϊκά ιδρύματα και τα ερευνητικά κέντρα· (δ) την επεξεργασία εργαλείων από εθνικά κεφάλαια, ευρωπαϊκούς πόρους και δάνεια, για τη χρηματοδότηση της έρευνας σε όλους τους κλάδους, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής και της καλλιτεχνικής έρευνας, καθώς και της έρευνας στις ανθρωπιστικές επιστήμες· (ε) την διασύνδεση με την υγιή, καινοτόμο επιχειρηματικότητα όπου αυτό είναι δυνατό, διευκολύνοντας την αξιοποίηση εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων· (στ) την συμβολή στην αξιοποίηση μη εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων, που μπορούν όμως να έχουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα σε διάφορους τομείς και να συμβάλουν με έμμεσο τρόπο στην παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη της χώρας.
Βασικές προτεραιότητές του θα πρέπει είναι η κάλυψη των ερευνητικών αναγκών (μισθοί, αναλώσιμα), η δικτύωση των ερευνητικών και ακαδημαϊκών μονάδων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, η συμβολή στην αξιοποίηση μη εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων, αλλά και η διασύνδεση των εμπορικά εκμεταλλεύσιμων με την υγιή, καινοτόμο επιχειρηματικότητα. Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, το Ίδρυμα θα πρέπει να λειτουργεί με απλούς κανόνες, που από τη μία πλευρά διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και από την άλλη ανταποκρίνονται στη ραγδαία πρόοδο που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη επιστήμη. Η διοίκησή του θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία και να εγγυάται αξιόπιστες, αδιάβλητες και διαφανείς διαδικασίες αξιολόγησης των ερευνητικών προτάσεων. Με αυτόν τον τρόπο, τόσο το χρηματοδοτικό σχήμα όσο και ο προγραμματισμός των δράσεών του θα είναι πολύ πιο ευέλικτα, ιδιαίτερα μάλιστα αν το Ίδρυμα λειτουργεί με καθεστώς ΝΠΙΔ.
Ένα Εθνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας το οποίο θα μπορεί, επιπλέον, να επεξεργάζεται πολιτική για την αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων, θα μπορεί να απαλλάξει τόσο τους ερευνητές, όσο και το ακαδημαϊκό προσωπικό από αρμοδιότητες που δεν τους ανήκουν και δεν θα έπρεπε να τους ανήκουν. Με αφορμή, λοιπόν, τη συζήτηση για τον Ενιαίο Χώρο Εκπαίδευσης και Έρευνας χρειάζεται μια συνολική αναθεώρηση της οπτικής από την οποία γίνονται τόσο η συζήτηση για την έρευνα, όσο και η διατύπωση των προτάσεων για την ανάπτυξη της πολιτικής σε αυτόν τον τομέα, έτσι ώστε να ξεπεραστούν οι τεχνητές διαιρέσεις και η μονόπλευρη έμφαση σε ορισμένη μόνο κατεύθυνση, διότι μέχρι σήμερα έχουν αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη πολλών κλάδων, αγνοώντας την ευρύτερη σημασία τους και περιορίζοντας τις δυνατότητές τους να συμβάλουν στην ανασυγκρότηση με στόχο την ανάπτυξη.
Υποδείγματα καλής πρακτικής: Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οργανισμοί ερευνητικής χρηματοδότησης διακρίνονται σε κρατικούς και μη. Για πολλούς λόγους, το πιο πρόσφορο σύστημα για την Ελλάδα, που μαστίζεται από πελατειακές σχέσεις ανάμεσα στις διοικήσεις των ΑΕΙ/ΕΚ και τη δημόσια αρχή, είναι το δεύτερο. Το πιο καλό παράδειγμα οργανισμού με μορφή ΝΠΙΔ είναι ο Γερμανικός Οργανισμός Ερευνητικής Χρηματοδότησης (DFG; www.dfg.de/en). Ο DFG υποστηρίζει όλους τους κλάδους των θετικών και των ανθρωπιστικών επιστημών. Στη διοίκησή του συμμετέχουν Πανεπιστήμια, ΕΚ, Επιστημονικές Ενώσεις και Ακαδημίες Επιστημών. Ο DFG αντλεί το μεγαλύτερο ποσοστό των πόρων του από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και τα Κρατίδια της Γερμανίας, τα οποία εκπροσωπούνται σε όλες τις επιτροπές. Ταυτόχρονα, το σύστημα ψηφοφορίας και οι διαδικαστικοί κανόνες εγγυώνται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται δημοκρατικά και με γνώμονα την αριστεία.
Υλοποίηση: Είναι γνωστό ότι ο Τομέας Έρευνας και Καινοτομίας του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κινείται ήδη προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου φορέα ερευνητικής χρηματοδότησης μέσα στο 2016. Για να υλοποιηθεί αυτό το σχέδιο, κρίνεται απαραίτητη η ψήφιση ειδικού νόμου που θα προβλέπει τη δημιουργία του Ιδρύματος και θα περιγράφει το νομικό και διοικητικό καθεστώς του.
ΙΙΙ. Η οριζόντια κινητικότητα μελών ΔΕΠ Πανεπιστημίων, ΤΕΙ και ΕΚ ως μέθοδος δημιουργίας κρισίμων μαζών
Βασικό σκεπτικό: Υπό συνθήκες κρίσης εμφανίζονται τεράστια ελλείμματα διδακτικού προσωπικού στα ΑΕΙ. Από την άλλη πλευρά, σε αρκετά ΕΚ οι ερευνητικές ομάδες που ενεργοποιούνται σε ορισμένες θεματικές δεν συνιστούν κρίσιμη μάζα. Αυτή τη στιγμή, μόνο ένα μικρό ποσοστό ερευνητών έχουν ταυτόχρονα διδακτικές ευθύνες στα Πανεπιστήμια (κυρίως στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών). Για να καλυφθούν όμως οι ανάγκες στο επίπεδο των προπτυχιακών σπουδών και στο επίπεδο της κάλυψης κρισίμων μαζών στα ΕΚ, θα πρέπει να θεσμοθετηθεί είτε η ελεύθερη μετακίνηση ερευνητών των ΕΚ προς ΑΕΙ και αντίστροφα είτε η διπλή ιδιότητα (καθεστώς οργανικής και μακροπρόθεσμης συνεργασίας, με πολυετή δέσμευση και δυνατότητα ανανέωσης) προκειμένου περί «ζευγών» που περιλαμβάνουν ένα πανεπιστημιακό Τμήμα και ένα συγκεκριμένο Ερευνητικό Ινστιτούτο). Εννοείται ότι η μακροχρόνια συνεργασία με δύο διαφορετικά ιδρύματα που περιγράφεται παρακάτω αφορά ένα καθεστώς παράλληλης άσκησης κυρίων καθηκόντων και δεν νοείται ως υποκατάστατο της «κλασσικής» εκπαιδευτικής αδείας.
Πέρα από τη στρατηγική της σημασία για την ενίσχυση και τη βιωσιμότητα του ερευνητικού ιστού, η ώσμωση ανάμεσα σε ΑΕΙ και ΕΚ αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ισοτιμίας πανεπιστημιακών και ερευνητών και ικανοποιεί το πάγιο αίτημα «ίση αμοιβή για ίση εργασία» -χωρίς να εξομοιώνει μέλη προσωπικού που εμπλέκονται με διαφορετικό τρόπο στο εκπαιδευτικό-ερευνητικό οικοσύστημα.
Το θεσμικό πλαίσιο της οριζόντιας κινητικότητας ή της διπλής ιδιότητας θα πρέπει να προβλέπει κανόνες που διαμορφώνουν ένα ελκυστικό περιβάλλον καθώς και συγκεκριμένα κίνητρα, διότι το καθεστώς της διπλής απασχόλησης είναι εξ ορισμού πιο εντατικό και πιο απαιτητικό από το ισχύον. Μέτρα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση είναι οι διευκολύνσεις στους κανόνες χρηματοδότησης των συνεργατικών ερευνητικών προγραμμάτων, η ακαδημαϊκή αναβάθμιση και -αν οι συνθήκες το επιτρέπουν- η χορήγηση πρόσθετων. Μερικές συγκεκριμένες ιδέες σε αυτόν τον άξονα είναι οι εξής:
α) Η πριμοδότηση της συνεργατικής έρευνας ανάμεσα στα μέλη των ΑΕΙ και των ΕΚ μέσω του Εθνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας-όπως συμβαίνει στην περίπτωση του DFG.
β) Η ελαστικοποίηση των κανόνων διαχείρισης των συνεργατικών ερευνητικών προγραμμάτων (παραδείγματος χάρη, η ευχερέστερη μεταφορά κονδυλίων από τον κωδικό των αμοιβών στον κωδικό των αναλωσίμων ή αντίστροφα).
γ) Η θέσπιση πρότυπων, μικτών μεταπτυχιακών προγραμμάτων, που ενισχύονται από την Πολιτεία.
Η μετάβαση από το ισχύον καθεστώς στο καθεστώς της ελεύθερης μετακίνησης ή της διπλής ιδιότητας θα πρέπει να γίνει με ιδιαίτερη προσοχή, για να μην καταστεί ο Ενιαίος Χώρος ερμητικά «κλειστός» σε νέους επιστήμονες. Επίσης, θα πρέπει να υπάρξουν ρυθμίσεις ως προς τον αριθμό των μετακινουμένων, ώστε να ελέγχονται οι ροές προς μονάδες στις οποίες παρατηρείται μεγάλη δυσαρμονία ανάμεσα στη ζήτηση και την προσφορά. Ένας κανόνας για να ελεγχθούν τέτοιες τάσεις θα ήταν οι συνολικές μετακινήσεις προσωπικού προς έναν φορέα να μην ξεπερνούν ένα ορισμένο ποσοστό που θα συμπληρώνεται -όταν και όπου αυτό καθίσταται δυνατόν- με προσλήψεις νέου προσωπικού. Σε αυτό το στιγμιότυπο, δεν κρίνεται σκόπιμο να υιοθετηθεί η εσωτερική κινητικότητα εντός των ΑΕΙ και των ΕΚ (π.χ., μείωση των μόνιμων θέσεων εις όφελος των μη μόνιμων ή μετακίνηση προσωπικού από τα ιδρύματα της περιφέρειας προς το κέντρο).
Υποδείγματα καλής πρακτικής: Στα Πανεπιστήμια και τα ΕΚ του εξωτερικού το καθεστώς της διπλής ιδιότητας είναι σύνηθες, αλλά περιλαμβάνει ειδικές πρόνοιες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δύο ή περισσότερες μονάδες (ΑΕΙ-ΕΚ) δημιουργούν μία νέα θέση που περιγράφεται ως θέση με διπλή ιδιότητα, διαφημίζουν τη θέση σε διεθνή περιοδικά, και από κοινού επιλέγουν τον κατάλληλο υποψήφιο. Άλλη διαδικασία είναι δύο ή περισσότερες μονάδες να δημιουργήσουν μία θέση για έναν συγκεκριμένο υποψήφιο (στοχευμένη πρόσληψη), ή, σε άλλη περίπτωση, να εκδηλώσει ενδιαφέρον με δική του πρωτοβουλία ένα μέλος του προσωπικού για τη δημιουργία μίας τέτοιας θέσης. Σε οποιαδήποτε από αυτά τα σενάρια, το γενικό σχέδιο για τον διορισμό συνομολογείται από τα Όργανα του Πανεπιστημίου και του ΕΚ. Το Τμήμα ή το Ινστιτούτο στα οποία θα αναφέρεται η/ο επιστήμονας που προσλαμβάνεται σε θέση με διπλή ιδιότητα είναι σαφώς καθορισμένα. Εάν η θέση διπλής ιδιότητας περιλαμβάνει διαφορετικές κλίμακες μισθών, οι μισθοί σε κάθε μονάδα αναφέρονται σαφώς. Η πρόσβαση του μέλους σε πόρους και υποδομές της κάθε μονάδας (π.χ. χώροι γραφείων, διοικητική υποστήριξη, χρηματοδότηση εκκίνησης ερευνητή, καθοδήγηση και υποστήριξη μεταπτυχιακών φοιτητών) καθορίζεται επίσης εξαρχής στο σχετικό συμφωνητικό και μπορεί να διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση.
Υλοποίηση: Η υλοποίηση της οριζόντιας κινητικότητας και της διπλής ιδιότητας είναι άμεσα εφαρμόσιμα μέτρα, που έχουν όμως κάποια μικρή δημοσιοοικονομική επιβάρυνση. Όσον αφορά την οριζόντια κινητικότητα, υπάρχει επίσης μία νομικής φύσης δυσκολία, καθώς τα θεσμικά καθεστώτα των ΑΕΙ και των ΕΚ είναι διαφορετικά. Επομένως, για να εξασφαλισθεί η δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης από το ένα είδος ιδρυμάτων στο άλλο θα πρέπει να υπάρξει συνταγματική πρόνοια. Με αυτά τα δεδομένα, θα ήταν σκόπιμο σε πρώτη φάση να υιοθετηθεί το καθεστώς της διπλής ιδιότητας και σε δεύτερο χρόνο η ελεύθερη μετακίνηση προσωπικού μεταξύ διαφορετικών μονάδων.
Οι συμπράξεις ανάμεσα σε διάφορους φορείς –που διατηρούν στο ακέραιο τη διοικητική αυτονομία τους, αλλά είναι λειτουργικά διασυνδεδεμένοι- πρέπει να είναι θεσμικά κατοχυρωμένες και να προβλέπουν κίνητρα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Αυτό συνεπάγεται:
α) Αποτύπωση των νέων ρυθμίσεων στους οδηγούς εφαρμογής (ΕΣΠΑ και Εθνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας).
β) Μέριμνα για το ύψος και τις προϋποθέσεις οικονομικών απολαβών, ώστε να μην καταστρατηγείται το Σύνταγμα και να μην αδικούνται εκείνοι που προσφέρουν ανάλογο έργο.
γ) Σχεδιασμό για την ίδρυση πρότυπων, μικτών μεταπτυχιακών προγραμμάτων, μόνο υπό συγκεκριμένες γεωγραφικές, θεματικές και ποιοτικές προϋποθέσεις, ώστε να μην παρατηρηθούν επικαλύψεις και κατασπατάληση πόρων.
Η ίδρυση νέων πρότυπων μεταπτυχιακών προγραμμάτων με τη συμμετοχή ΑΕΙ και ΕΚ θα πρέπει να γίνει κατά στάδια. Καταρχήν, τα νέα μεταπτυχιακά προγράμματα θα πρέπει να είναι λίγα στον αριθμό, για να διασφαλισθεί η ποιότητά τους και να υπάρξει η δυνατότητα οικονομικής ενίσχυσής τους από την Πολιτεία.
IV. Η συγκρότηση Εικονικών Ινστιτούτων (virtual institutes) ως μέθοδος δικτύωσης ακαδημαϊκών και ερευνητικών μονάδων
Βασικό σκεπτικό: Η ίδρυση Εικονικών Ινστιτούτων (virtual institutes), που περιλαμβάνουν θεματικά συγγενείς ομάδες σε ΑΕΙ και ΕΚ ανεξάρτητα από γεωγραφική περιοχή, είναι ένας πολλαπλά χρήσιμος θεσμός: Πρώτον, δεν προϋποθέτει νέες υποδομές και μετακινήσεις (αφού προϋποθέτει μόνο δια-δικτυακή επικοινωνία) εξοικονομεί πόρους· δεύτερον, η στενή συνεργασία ανάμεσα σε διαφορετικές ερευνητικές ομάδες που έχουν κοινά ενδιαφέροντα ενδυναμώνει την έρευνα που διεξάγεται σε διάφορους ερευνητικούς «κόμβους», την αναβαθμίζει και εξουδετερώνει τη γεωγραφική απομόνωση· τρίτον, η συνεργασία αυτού του τύπου δημιουργεί κρίσιμες μάζες που μπορούν σε δεύτερο χρόνο να διεκδικήσουν με αξιώσεις ανταγωνιστική χρηματοδότηση.
Η ίδρυση εικονικών ινστιτούτων, ιδιαίτερα σε διάφορους κλάδους των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, αλλά και στους καλλιτεχνικούς κλάδους, όπου δεν υπάρχουν ερευνητικά κέντρα, εκτός βέβαια από το ΕΚΚΕ, μπορεί να παίξει έναν προωθητικό ρόλο. Υπάρχουν, όμως, εργαστήρια που πραγματοποιούν έρευνες και επομένως μπορεί η επιδιωκόμενη διασύνδεση και ο συντονισμός, να επιτευχθούν – σε πρώτη φάση – με την ίδρυση εικονικών ινστιτούτων μεταξύ πανεπιστημιακών τμημάτων ή εργαστηρίων, με την υποστήριξη του Εθνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας και τη συμμετοχή του ΕΚΚΕ, ώστε να εξασφαλιστούν διακλαδικές και διεπιστημονικές συνεργασίες. Στους καλλιτεχνικούς κλάδους, μπορεί να υποστηριχθεί η σύνδεση με ερευνητικά τμήματα ή διευθύνσεις μουσείων που πραγματοποιούν έρευνες και μπορεί να εξασφαλιστεί η διασύνδεση ακόμη και με μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, οι οποίοι αναγνωρίζονται από το Υπουργείο Πολιτισμού και έχουν συμβολή στην έρευνα (π.χ. στον τομέα της μουσικής, υπάρχει το Ινστιτούτο Έρευνας Μουσικής & Ακουστικής). Με ανάλογο τρόπο χρειάζεται να προσεγγιστεί και η πρόταση για την ανάπτυξη ερευνητικών υποδομών ανοικτής πρόσβασης.
Ο ρόλος των Εικονικών Ινστιτούτων θα μπορούσε να είναι καταλυτικός στην προώθηση της συνεργατικής έρευνας, εξασφαλίζοντας διεπιστημονικές συνεργασίες σε όλο το φάσμα της επιστήμης και (προς)καλώντας σε συνεχή αλληλεπίδραση την ερευνητική κοινότητα. Επίσης, η συμβολή τους θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντική σε διάφορους κλάδους των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, αλλά και στους καλλιτεχνικούς κλάδους, όπου δεν υπάρχουν δομές ανάλογες των ΕΚ. Ένας άλλος σημαντικός ρόλος τους θα μπορούσε να είναι η ενημέρωση-εκπαίδευση του ευρύτερου κοινού μέσω ειδικών προγραμμάτων και συμμετοχής σε δημόσιες εκδηλώσεις (δράσεις του τύπου Science and Society). Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτύχει αυτός ο θεσμός είναι η πρόνοια για μια στοιχειώδη διοικητική δομή που θα ρυθμίζει τις δραστηριότητες του κάθε Ινστιτούτου (π.χ., μια ολιγομελής επιστημονική επιτροπή).
Υποδείγματα καλής πρακτικής: Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχημένης εφαρμογής των εικονικών ινστιτούτων σε μεγάλη κλίμακα είναι το Solar System Exploration Research Virtual Institute (sservi.nasa.gov). Η NASA δημιούργησε το SSERVI για να διερευνήσει ερωτήματα βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας, να υποστηρίξει ερευνητές από ένα ευρύ φάσμα ιδρυμάτων και να διευκολύνει συνεργασίες με διεθνείς εταίρους μέσω της εικονικής τεχνολογίας. Σε μικρότερη κλίμακα, εικονικά ινστιτούτα υπάρχουν σε πολλά δίκτυα ερευνητικής συνεργασίας χρηματοδοτούμενα από ευρωπαϊκά προγράμματα (π.χ., Epigenome Network of Excellence (NoE) http://www.epigenome.eu/en/4,11,0 και το European Virtual Institute for Research in Forensic Genetics, www.euroforgen.eu), αλλά και δίκτυα που εστιάζονται στην εκπαιδευτική πολιτική.
Υλοποίηση: Τα μέτρα είναι άμεσα εφαρμόσιμα και δεν συνεπάγονται ιδιαίτερο δημοσιοοικονομικό κόστος. Όπως τονίστηκε όμως παραπάνω, ο σχεδιασμός για την ίδρυση εικονικών ινστιτούτων θα πρέπει να λάβει υπόψη συγκεκριμένες θεματικές και ποιοτικές προϋποθέσεις. Πρέπει επίσης να διερευνηθεί ποια Αρχή θα αξιολογεί προτάσεις για την ίδρυση τέτοιων φορέων.
V. Η ανάπτυξη ερευνητικών υποδομών και η ανοιχτή πρόσβαση ως πολλαπλασιαστές της ερευνητικής απόδοσης
Βασικό σκεπτικό: Οι ερευνητικές υποδομές είναι διεθνώς ο «τόπος συνάντησης» ερευνητών από ΕΚ και Πανεπιστήμια, καθώς και μεταπτυχιακών φοιτητών με μεταδιδακτορικούς συνεργάτες. Στην Ελλάδα, τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ διαθέτουν μικρής και μεσαίας κλίμακας υποδομές που συμπληρώνουν τις αντίστοιχες υποδομές των ΕΚ. Εν τούτοις, σε ορισμένα επιστημονικά πεδία έχουν καταγραφεί ελλείψεις – ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά δραστηριότητες που προϋποθέτουν μεγαλύτερης κλίμακας υποδομές, οι οποίες χρειάζονται σημαντικές επενδυτικές δαπάνες. Έχει επίσης παρατηρηθεί ερευνητικές υποδομές να βρίσκονται κάτω από ένα ιδιότυπο καθεστώς «προσωπικής ιδιοκτησίας», ή να επικαλύπτουν η μία την άλλη, απουσία στρατηγικού σχεδιασμού και κανονιστικού πλαισίου. Για αυτούς τους λόγους, είναι πολύ σημαντικό να διασφαλιστεί η βέλτιστη αξιοποίηση των υφιστάμενων ερευνητικών υποδομών μέσω της ανοιχτής πρόσβασης στην ερευνητική κοινότητα και ο ορθολογικός σχεδιασμός ανάπτυξης νέων υποδομών, στην κατεύθυνση της συμπληρωματικότητας και της εξοικονόμησης πόρων.
Ταυτόχρονα, υπάρχει έδαφος γόνιμης συνεργασίας για την διασφάλιση πρόσβασης ερευνητών, ακαδημαϊκών φορέων, ΕΚ και στελεχών της βιομηχανίας τόσο σε εθνικό, όσο και σε περιφερειακό και σε διεθνές επίπεδο. Κάτι τέτοιο θα δημιουργήσει προστιθέμενη αξία σε όρους αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού και ολοκλήρωσης φιλόδοξων ερευνητικών σχεδίων.
Οι ερευνητικές υποδομές αποτελούν επίσης ένα από τα σημαντικότερα στηρίγματα του συστήματος έρευνας και καινοτομίας. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την παραγωγική αξιοποίησή τους είναι η προτεραιοποίηση με γνώμονα τα κριτήρια που οριοθετούνται στο πλαίσιο ενός μακρόπνοου, Εθνικού Οδικού Χάρτη (με συντονισμένη, ανοιχτή και διαφανή διαδικασία, με αξιολόγηση βασισμένη στα ευρωπαϊκά πρότυπα και στρατηγική προτεραιοποίηση η οποία αναδεικνύει τη διασύνδεσή τους με τις στρατηγικές προτεραιότητες της χώρας). Οι επενδύσεις σε Ερευνητικές Υποδομές θα πρέπει να βασίζονται σε μακρόπνοο σχεδιασμό και σταθερά θεμέλια επιστημονικών και στρατηγικών προτεραιοτήτων προκειμένου να διασφαλιστεί η ενίσχυση υφιστάμενων ερευνητικών υποδομών εθνικής σημασίας καθώς και η ανάπτυξη νέων υποδομών, όπου απαιτούνται δημιουργώντας ελκυστικό περιβάλλον για την έρευνα και την ανάπτυξη υπό το πρίσμα της διεθνούς συνεργασίας και προώθησης της αριστείας. Ο Οδικός Χάρτης Ερευνητικών Υποδομών αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία των ερευνητικών υποδομών και θέτει τις προϋποθέσεις για μακροπρόθεσμες επενδύσεις σημαντικής δημόσιας χρηματοδότησης και μόχλευση αυξημένων ιδιωτικών πόρων.
Υποδείγματα καλής πρακτικής: Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Ευρωπαϊκός Οδικός Χάρτης Ερευνητικών Υποδομών (ESFRI, ec.europa.eu/research/infrastructures) διαμορφώνεται και αναθεωρείται τώρα με στόχο τη δημιουργία ενός ελκυστικού περιβάλλοντος στην Ευρώπη για την έρευνα και την ανάπτυξη, υπό το πρίσμα της διεθνούς συνεργασίας. Ελληνικές ερευνητικές ομάδες και φορείς (κυρίως ΕΚ αλλά και ΑΕΙ) συμμετέχουν ήδη στα περισσότερα έργα προπαρασκευαστικής φάσης, αλλά και στην κατασκευαστική φάση των Ερευνητικών Υποδομών ESFRI.
Υλοποίηση: Ορισμένα από τα μέτρα που προτείνονται (ανοιχτή πρόσβαση) είναι άμεσα υλοποιήσιμα και δεν έχουν οικονομική επιβάρυνση. Ωστόσο, η ανάπτυξη νέων υποδομών χρειάζεται νέα κονδύλια από ευρωπαϊκούς ή ιδιωτικούς φορείς. Σε ό,τι αφορά στο επενδυτικό σκέλος, η Πολιτεία, σε συνεργασία με το αντίστοιχο ερευνητικό οικοσύστημα, διαμορφώνει το κύριο πλαίσιο χρηματοδότησης των Ερευνητικών Υποδομών, κατ’ αντιστοιχία με τις πρακτικές που εφαρμόζονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο υλοποίησης του εθνικού Οδικού Χάρτη βάσει του Ηorizon 2020. Ειδικότερα, εξετάζεται τώρα η πολιτική πρόσβασης στην κάθε Υποδομή, με βάση την αντίστοιχη «διακυβέρνηση» από τους φορείς υλοποίησης και λειτουργίας, με τρόπο τέτοιο ώστε να υπάρχουν στοιχεία βιωσιμότητας, αλλά και τα αναμενόμενα κοινωνικο- οικονομικά οφέλη.
Η ανάπτυξη και η ανοιχτή πρόσβαση σε εθνικές υποδομές θα πρέπει να αποτυπωθεί άμεσα στους Εσωτερικούς Κανονισμούς των ΕΚ και των ΑΕΙ. Ένα πλήρες Μητρώο Ερευνητικών Υποδομών και Υποδομών Καινοτομίας όπου θα αποτυπώνονται όλα τα δομικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά τους, η επενδυτική ροή καθώς και ο τρόπος πρόσβασης και χρήσης, αποτελεί σημαντική παράμετρο επιτυχίας του όλου εγχειρήματος. Επίσης, κρίνεται σημαντική η παράλληλη και συμπληρωματική ως προς τις ερευνητικές υποδομές σύσταση Εργαστηρίων-Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών ή άλλων υποδομών καινοτομίας.
VI. Αναβάθμιση ΤΕΙ και σχέσεις με Πανεπιστήμια και ΕΚ.
Βασικό σκεπτικό: Στην αρχιτεκτονική του εκπαιδευτικού-ερευνητικού
οικοσυστήματος έχουν καταγραφεί αρκετά δομικά προβλήματα:
-Υπάρχουν ΤΕΙ που είναι συνώνυμα με πανεπιστημιακά ή πολυτεχνικά Τμήματα και Σχολές.
-Ορισμένα Τμήματα δεν αναφέρονται σε κάποια συγκεκριμένη γνωσιακή περιοχή, αλλά σε μεθοδολογίες που προσιδιάζουν στην απόκτηση δεξιοτήτων και την κατάρτιση.
-Μεγάλος αριθμός Τμημάτων βρίσκονται διασκορπισμένα στην επικράτεια, χωρίς να λαμβάνεται μέριμνα για τη διοικητική και λειτουργική συνοχή τους.
-Έχει προταθεί η ίδρυση νέων πανεπιστημιακών Σχολών και ερευνητικών Ινστιτούτων –ιδίως σε παραμεθόριες περιοχές- χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς η σκοπιμότητά τους και ο ρόλος τους στο όλο οικοσύστημα.
-Ιδιαίτερα στη σφαίρα των βιοϊατρικών επιστημών, εμφανίζεται διπλασιασμός και τριπλασιασμός της ίδιας θεματικής περιοχής μέσα σε μια γεωγραφική επιφάνεια λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Οι στρεβλώσεις που απαριθμούνται παραπάνω έχουν την ιστορική τους εξήγηση. Η πολιτική διεύρυνσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης που ακολουθήθηκε και χρηματοδοτήθηκε από το 1994 μέχρι και το 2009 στα πλαίσια των επιχειρησιακών ευρωπαϊκών προγραμμάτων ΕΠΕΑΕΚ είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία 168 νέων τμημάτων ΑΕΙ στην Ελλάδα (90 στα Πανεπιστήμια και 78 στα ΤΕΙ). Τα νέα Τμήματα ιδρύθηκαν με την επίκληση ενός αμφίβολης στόχευσης «εθνικού σχεδίου» και για αυτόν τον λόγο σε πολλές περιπτώσεις οδήγησε στην όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα σε περιφερειακά και κεντρικά ΑΕΙ, σε Τμήματα υψηλής και χαμηλής ζήτησης και σε τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ του ίδιου γνωστικού αντικειμένου. Κομματικές προτεραιότητες και πιέσεις παραγόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης οδήγησαν στη διασπορά πολλών νέων τμημάτων σε διάφορες πόλεις και κωμοπόλεις της Ελλάδας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αρωγοί σε αυτή τη διαδικασία ήταν και οι Διοικήσεις των ιδρυμάτων, καθώς και μέλη ΔΕΠ/ΕΠ που ανέλαβαν την υλοποίηση της διεύρυνσης.
Η διεύρυνση, πέρα από την χωρίς σοβαρό σχεδιασμό χωροταξική διασπορά των τμημάτων που ιδρύθηκαν, είχε και τις παρακάτω βασικές παρενέργειες: (α) ιδρύθηκαν τμήματα με εξαιρετικά ειδικευμένο αντικείμενο, για να μπορέσουν να διαφοροποιηθούν σε σχέση με τα άλλα τμήματα του ίδιου Ιδρύματος, (β) πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός Τμημάτων των οποίων το αντικείμενο ήταν «δημοφιλές» στην αγορά εργασίας (π.χ. Πληροφορική), (γ) προέκυψαν ιδρύματα με απαράδεκτα μικρό αριθμό Τμημάτων (π.χ. Πανεπιστήμιο Στερεάς Ελλάδας με δύο μόλις Τμήματα – συνεχίζει με άλλη μορφή μετά το σχέδιο «ΑΘΗΝΑ»), (δ) προέκυψαν παραρτήματα Ιδρυμάτων με ένα ή δύο απομονωμένα τμήματα. Το γεγονός αυτό έβλαψε περισσότερο τον πιο «αδύναμο κρίκο» της Ανώτατης Εκπαίδευσης, δηλαδή τα ΤΕΙ.
Πέρα από τα προβλήματα στην ποιότητα και την κατανομή των εκπαιδευτικών- ερευνητικών μονάδων, συν τω χρόνω, δημιουργήθηκαν επίσης μεγάλες διαφορές στα διοικητικά σχήματα ΑΕΙ-ΕΚ και ΕΚ-ΕΚ. Ένα εκσεσημασμένο παράδειγμα ασυμμετρίας στο σχήμα διοίκησης είναι τα Ινστιτούτα της Ακαδημίας Αθηνών, που διέπονται από εντελώς διαφορετικό καθεστώς από ό,τι οι ερευνητικοί φορείς που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ.
Οι διαφορές στο σχήμα διοίκησης ανάμεσα στα ΑΕΙ και τα ΕΚ δικαιολογούνται συνήθως με το επιχείρημα ότι τα δεύτερα είναι «στρατευμένα» ή «εξειδικευμένα» σε μια εθνική στρατηγική έρευνας (mission-led research), ενώ τα πρώτα είναι συγκροτημένα στη βάση της «ελεύθερης έρευνας». Το επιχείρημα αυτό ίσως να είχε μια βάση τη δεκαετία του 1960 έως το 1980, αλλά είναι ελάχιστα πειστικό υπό τις σημερινές συνθήκες: Τα περισσότερα ΕΚ είναι πλέον πολυθεματικά, ενώ οι ερευνητικές μονάδες στα Πανεπιστήμια διαμορφώνονται κυρίως με βάση τη χρηματοδότηση από ευρωπαϊκές πηγές και ως εκ τούτου δεν διεξάγουν κατ’ ανάγκη «blue sky research».
Είναι πρόδηλο ότι τα θέματα που ετέθησαν παραπάνω συναρτώνται με πολλά άλλα, όπως το ζήτημα της επαγγελματικής εκπαίδευσης στο σύνολό της, το ζητούμενο της περιφερειακής ανάπτυξης, το πρόβλημα της ανεργίας των νέων και το κόστος για τη de novo δημιουργία υποδομών. Όλα αυτά τα ζητήματα χρειάζονται προσεκτική μελέτη. Σε βραχυ-μεσοπρόθεσμη βάση, εκσεσημασμένα προβλήματα (όπως π.χ., η λειτουργία ΤΕΙ που προσελκύουν ελάχιστους φοιτητές ή ταυτίζονται θεματικά με αντίστοιχα πανεπιστημιακά Τμήματα) πρέπει να αντιμετωπισθούν με ένα πρόγραμμα λελογισμένων συγχωνεύσεων. Ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν η συγχώνευση ομώνυμων/ομολόγων μονάδων. Για τα Πανεπιστήμια, το ελάχιστο που θα έπρεπε να προωθηθεί άμεσα είναι η ενοποίηση ομοειδών Τμημάτων που βρίσκονται σε ιδρύματα της ίδιας γεωγραφικής ζώνης, αλλά ανήκουν σε διαφορετικά ιδρύματα.
Σε ό,τι αφορά τα ΕΚ, ένα πολύ σημαντικό βήμα θα αποτελούσε η θεσμοθέτηση ενός ενιαίου διοικητικού καθεστώτος που θα συνέβαλε στον εκσυγχρονισμό του πλαισίου της εσωτερικής λειτουργίας τους και ταυτόχρονα στη δημιουργία ενός ενιαίου περιβάλλοντος στον χώρο της έρευνας. Τα ΕΚ, κατά αντιστοιχία προς το διοικητικό καθεστώς των ΑΕΙ, θα μπορούσαν σταδιακά να προσαρμοσθούν σε ένα μοντέλο διαχείρισης όπου το επιστημονικό προσωπικό, οι εργαζόμενοι και οι απασχολούμενοι μεταπτυχιακοί και μεταδιδακτορικοί υπότροφοι θα έχουν σημαντικότερο ρόλο.
Υποδείγματα καλής πρακτικής: Τα παραπάνω μέτρα ισχύουν περίπου σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.
Υλοποίηση: Τα μέτρα που προτείνονται έχουν σημαντικά δημοσιονομικά οφέλη και ορισμένα εξ αυτών είναι άμεσα εφαρμόσιμα. Παρόλα ταύτα, η αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που περιγράφτηκαν πρέπει να γίνει με απόλυτα θεσμικό και συναινετικό τρόπο, υιοθετώντας δύο βασικούς κανόνες:
α) οι όποιες αναδιαρθρώσεις θα πρέπει να εγγυώνται τα εργασιακά δικαιώματα του προσωπικού,
β) η ομογενοποίηση και ο εξορθολογισμός των κανόνων θα πρέπει να γίνει με την προοπτική της περαιτέρω ανάπτυξης των υπαρχουσών θεματικών και την εξασφάλιση της ποιότητας.
Προκειμένου περί αναδιατάξεων που αφορούν τα ΤΕΙ, προτείνεται να διαμορφωθούν κριτήρια αξιολόγησης για την πιστοποίηση του κάθε Τμήματος ως προς την ποιότητα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, την ερευνητική δραστηριότητα του προσωπικού, τον αριθμό του προσωπικού, τις υποδομές και τις αναλογίες μελών ΕΠ προς φοιτητές.
Μία ολιγομελής επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τα παραπάνω στοιχεία και εντός προθεσμίας που θα θέσει στα Τμήματα να διαβουλευθεί μαζί τους για το ενδεχόμενο ένταξής τους σε μία από τις εξής τρεις κατηγορίες:
α) Αυτά πού είναι (ακαδημαϊκώς) ισοδύναμα με υφιστάμενα Πανεπιστημιακά Τμήματα, ή καλύπτουν επιστημονικά πεδία που δεν θεραπεύονται σε Πανεπιστημιακά Ιδρύματα. Τα Τμήματα που θα ενταχθούν στην κατηγορία αυτή θα έχουν άμεσα το δικαίωμα να οργανώσουν σπουδές 3ου κύκλου.
β) Αυτά που δεν πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις, αλλά θα μπορούσαν να τις καλύψουν στη διάρκεια μιας τριετίας (όχι απαραίτητα στο τέλος της).
γ) Αυτά που λόγω του επιστημονικού αντικειμένου που υπηρετούν, του μεγέθους τους, ή άλλων αδυναμιών δεν είναι ισοδύναμα με αυτοδύναμα πανεπιστημιακά Τμήματα. Τα Τμήματα αυτά που εντάσσονται στην πρώτη κατηγορία, εφόσον το επιλέξουν, θα μπορούσαν:
α) Να ενταχθούν σε ένα «αντίστοιχο» Πανεπιστημιακό Τμήμα.
β) Να ενταχθούν αυτοτελώς σε ένα Πανεπιστημιακό Τμήμα.
γ) Να παραμείνουν στο ΤΕΙ που βρίσκονται.
Ρυθμίσεις ανάλογες με αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω θα μπορούσαν να ισχύσουν προκειμένου περί Πανεπιστημιακών Τμημάτων που αντιμετωπίζουν προβλήματα ανάλογα με εκείνα που καταγράφονται στα ΤΕΙ.
VII. Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών
Μία από τις πιο κρίσιμες διαδικασίες για την καθιέρωση μιας ουσιαστικής ερευνητικής κουλτούρας είναι τα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ).
Διαπιστώσεις
1. Στα ελληνικά Πανεπιστήμια και ΤΕΙ προσφέρονται σήμερα 737 ΠΜΣ, εκ των οποίων 628 σε Τμήματα των Πανεπιστημίων (85% του συνόλου) και 109 σε Τμήματα των ΤΕΙ (15% του συνόλου).
2. Τα ΠΜΣ αποτελούν ένα κρίσιμο συστατικό της Ανώτατης εκπαίδευσης, καθώς συνδυάζουν την υψηλή εξειδίκευση σε επιμέρους γνωστικά πεδία με την έρευνα που διεξάγεται σε αυτά από το επιστημονικό δυναμικό των ιδρυμάτων και ταυτόχρονα μπορούν να αποτελέσουν μια πύλη εξωστρέφειας του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
3. Αν και η χώρα διαθέτει μια εμπειρία λειτουργίας ΠΜΣ τριών περίπου δεκαετιών, η ανάπτυξη των περισσοτέρων Προγραμμάτων έγινε κατά τα τελευταία χρόνια.
4. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ΠΜΣ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πολύ υψηλού επιπέδου, γεγονός που συμβάλει στην διαμόρφωση εξειδικευμένου προσωπικού και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ανάπτυξης βασισμένης στη γνώση.
5. Σε ένα σημαντικό, όμως, αριθμό ΠΜΣ έχουν παρατηρηθεί εξαιρετικά σοβαρά προβλήματα, τα οποία σχετίζονται με τον μεγάλο αριθμό ΠΜΣ που
λειτουργούν σε ένα Τμήμα, με το ότι συχνά οι διαφοροποιήσεις ως προς το γνωστικό αντικέιμενο διαφορετικών ΠΜΣ ενός Τμήματος είναι δυσδιάκριτες, τα ΠΜΣ όπου αρκετά από τα μαθήματα που διδάσκονται είναι σε επίπεδο των αντίστοιχων προπτυχιακών μαθημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ενασχόληση μελών ΔΕΠ σε διαφορετικά ΠΜΣ δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τη δυνατότητα τους να ασκούν ταυτόχρονα με την απαιτούμενη αφοσίωση και αποτελεσματικότητα τις εκπαιδευτικές τους υποχρεώσεις στα προπτυχιακά μαθήματα όπως και στα ερευνητικά τους καθήκοντα.
6. Από το σύνολο των ΠΜΣ, δωρεάν είναι τα 214 (29%) και με δίδακτρα τα 523 (71%). Στα ΤΕΙ το σύνολο των ΠΜΣ είναι με δίδακτρα.
7. Το ύψος των διδάκτρων κυμαίνεται από λίγες εκατοντάδες ευρώ μέχρι και αρκετά πάνω από 10.000 ευρώ.
8. Το συνολικό ποσό που εισπράττουν όλα τα ΠΜΣ που έχουν δίδακτρα ανέρχεται σε αρκετές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Από αυτά, σύμφωνα με το άρ.8 του Ν.3685/2008, το 25% δίνεται για κάλυψη λειτουργικών εξόδων των Ιδρυμάτων στο πλαίσιο των οποίων λειτουργούν τα ΠΜΣ. Το 10% είναι παρακράτηση των ΕΛΚΕ. Το υπόλοιπο 65% καλύπτει λειτουργικά έξοδα του ίδιου του ΠΜΣ, στα οποία περιλαμβάνονται και αμοιβές προσωπικού.
9. Οι αμοιβές προσωπικού ως ποσοστό των λειτουργικών εξόδων παρουσιάζουν εύρος από 15% έως 100 % του προϋπολογισμού του ΠΜΣ. Ειδικότερα, οι αμοιβές διδασκόντων, σε όσες περιπτώσεις διαχωρίζονται από τις υπόλοιπες αμοιβές, παρουσιάζουν εύρος από 0% (ΠΜΣ με δίδακτρα αλλά χωρίς αμοιβές διδασκόντων) έως πάνω από 90%, του προϋπολογισμού του ΠΜΣ.
Επειδή η τεράστια ανομοιογένεια που παρατηρείται στη δομή αλλά και τη
χρήση των πόρων αρκετών ΠΜΣ, ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει τη συνολικότερη λειτουργία του θεσμού των ΠΜΣ, να υποβαθμίσει την διδασκαλία των προπτυχιακών μαθημάτων και αυτό να έχει εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις στην ποιότητα πολλών υψηλού επιπέδου ΠΜΣ, θα πρέπει να επανακαθοριστούν με σαφήνεια τα ακαδημαϊκά και λειτουργικά κριτήρια των ΠΜΣ, όπως:
1. Οι διαδικασίες με τις οποίες επιλέγεται ένα συγκεκριμένο (και συχνά εξειδικευμένο) επιστημονικό πεδίο για την ίδρυση ενός ΠΜΣ.
2. Συγκεκριμένες προτάσεις συνεργασίας ανάμεσα σε Πανεπιστήμια, ΤΕΙ και ΕΚ για την συγκρότηση και λειτουργία ΠΜΣ.
3. Συγκεκριμένοι τρόποι για την αξιοποίηση μεταδιδακτόρων για τη διδασκαλία των ΠΜΣ.
4. Αν υπάρχει, και ποιος πρέπει να είναι ο ελάχιστος αριθμός μελών ΔΕΠ ενός Τμήματος για να ιδρυθεί ένα αυτοδύναμο ΠΜΣ.
5. Οι ώρες για κάθε εβδομάδα που θα μπορεί να διδάξει ένας μέλος ΔΕΠ σε ΠΜΣ, επιπλέον των τυπικών υποχρεώσεων του χωρίς να παρακωλύονται οι διδακτικές και ερευνητικές του δραστηριότητες.
6. Με ποια κριτήρια θα πρέπει να ορίζεται ο ανώτατος αριθμός ΠΜΣ ανά Τμήμα.
7. Ποια πρέπει να είναι τα κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας των ΠΜΣ, από ποια όργανα, πόσο συχνά και με ποιες διαδικασίες υλοποιείται η αξιολόγηση.
8. Με ποια κριτήρια ένα Τμήμα οργανώνει δωρεάν ΠΜΣ.
9. Με ποια κριτήρια ένα Τμήμα οργανώνει ΠΜΣ με δίδακτρα.
10. Με ποια μέθοδο πρέπει υπολογίζεται το κόστος ενός ΠΜΣ και τι περιλαμβάνει.
11. Με ποια κριτήρια πρέπει να ορίζεται ανώτατο όριο διδάκτρων στα ΠΜΣ.
12. Υποτροφίες με οικονομικά κριτήρια (π.χ. ένας αριθμός δωρεάν θέσεων σε κάθε
ΠΜΣ) να αποτελέσουν μέθοδο στοιχειώδους διασφάλισης του δικαιώματος σε
μεταπτυχιακές σπουδές για φοιτητές με οικονομική αδυναμία.
13. Το ποσοστό των διδάκτρων πρέπει να διοχετεύεται στη φοιτητική μέριμνα και
για υποτροφίες.
14. Το ανώτατο όριο ωριαίας αποζημίωσης των μελών ΔΕΠ για διδασκαλία σε
ΠΜΣ πέρα των βασικών υποχρεώσεων του.
15. Ο υπολογισμός της αμοιβής μελών ΔΕΠ για τα μαθήματα που διδάσκουν
επιπλέον των νόμιμων υποχρεώσεών τους, ο υπολογισμός των λειτουργικών
εξόδων των ΠΜΣ και οι συγκεκριμένες κατηγορίες που περιλαμβάνουν.
16. Οι ενέργειες, διαδικασίες ή ρυθμίσεις των συλλογικών οργάνων των ΑΕΙ που απαιτούνται προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που αναφέρονται και να διασφαλιστεί η ποιότητα και το υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο
των ΠΜΣ.
17. Το θέμα των ξενόγλωσσων ΠΜΣ.
Το Επιστημονικό Συμβούλιο σε κάθε Ινστιτούτο (ΕΣΙ) που θεσμοθετήθηκε πρόσφατα θα πρέπει να διατηρηθεί και να αναβαθμισθεί. Θα πρέπει επίσης να θεσμοθετηθούν η αξιολόγηση των Διευθυντών των ΕΚ και Ινστιτούτων, αλλά και των Πρυτάνεων, στη μέση και στη λήξη της θητείας τους. Τέλος, ένα μέτρο που πρέπει να ληφθεί άμεσα είναι η ένταξη και η λειτουργία των Ινστιτούτων της Ακαδημίας στους φορείς που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ.
Επίμετρο
Στην απόπειρα συγκρότησης του ενιαίου χώρου, ορισμένα σημεία έχουν ιδιαίτερη μεθοδολογική σημασία. Κατά τη γνώμη μας, τα πιο βασικά είναι τα εξής:
-Να υιοθετηθεί από την αρχή η λογική του πιλοτικού προγράμματος, δηλαδή ενός συνόλου μέτρων που θα δοκιμασθούν για μια χρονική περίοδο, για να αξιολογηθούν κατόπιν και να κριθεί η αποτελεσματικότητά τους στην πράξη.
-Να μην εξαντληθεί η μεταρρυθμιστική προσπάθεια σε «άτυπες» δράσεις, «συνεννοήσεις», ή ρυθμίσεις με ασαφή νομοθετική διατύπωση.
-Να εξασφαλισθεί η μέγιστη δυνατή συναίνεση της ακαδημαϊκής και της ερευνητικής κοινότητας, αλλά να μη καταλήξει η διαβούλευση για τον ενιαίο χώρο ένας «συνδικαλιστικού τύπου» ανταγωνισμός.
-Να στηριχθούν τα προς υλοποίηση μέτρα σε ακριβή ποσοτικά και ποιοτικά 69
στοιχεία και να προηγηθεί η μελέτη της σκοπιμότητάς τους.
Μια παράμετρος καθοριστική στην προσέγγισή μας είναι η εξής: Αναπόδραστα, μέσα στο πλαίσιο του δεδομένου οικονομικο-πολιτικού συστήματος, ο Ενιαίος Χώρος Εκπαίδευσης-Έρευνας θα κληθεί να συμπράξει με τον επιχειρηματικό χώρο στο πεδίο της καινοτομίας.
Από τον διάλογο που έχει διεξαχθεί μέχρι τώρα, διατυπώνονται δύο αντιδιαμετρικές προσεγγίσεις για τη συγκρότηση του Ενιαίου Χώρου. Η πρώτη προσέγγιση προβλέπει τη διατήρηση της διοικητικής αυτοτέλειας και του ιδιαίτερου χαρακτήρα στα ιδρύματα και τους φορείς που εμπλέκονται, ενώ η δεύτερη κατατείνει στη μερική ή πλήρη ενοποίησή τους. Υπό τις παρούσες συνθήκες, θεωρούμε ότι η πλήρης ενοποίηση των ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων (όπως επί παραδείγματι η πλήρης και σε όλη την έκταση ενσωμάτωση ΕΚ και ΤΕΙ στα Πανεπιστήμια), πέρα από τις τεχνικές δυσκολίες στην εφαρμογή της, δεν εξυπηρετεί μια βιώσιμη και ακαδημαϊκά σκόπιμη προοπτική. Είναι όμως συζητήσιμο το εάν επιμέρους μονάδες θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ευρύτερα εκπαιδευτικά-ερευνητικά σύνολα με ταυτόχρονο επαναπροσδιορισμό του χαρακτήρα τους.
Ωχ ωχ ωχχ ωχχχ ωχχχ xxx κινηματογράφος στα σχολεία, που είσαι ενδοξη Αλάσκα στην Πατησίων
πρόταση για την οπτικοακουστική εκπαίδευση της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου, που θα παρουσιαστεί στην τελική συνάντηση των Επιτροπών του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου, που θα πραγματοποιηθεί αύριο Παρασκευή, στο υπουργείο Παιδείας, παρουσία της πολιτικής ηγεσίας.
http://www.esos.gr/arthra/44229/apokleistiko-i-protasi-gia-tin-optikoakoystiki-ekpaideysi
Ειδικότερα η πρόταση, έχει ως εξής:
Μια κοινωνική αναγκαιότητα:
Τις τελευταίες δεκαετίες, η ραγδαία εξάπλωση της οπτικοακουστικής πληροφορίας και επικοινωνίας (τηλεόραση, διαδίκτυο, "έξυπνες" συσκευές, βιντεοπαιχνίδια κλπ.) έχει εισάγει το πολύ-τροπικό μήνυμα (κείμενο – εικόνα – ήχος) σε όλες τις πλευρές της καθημερινής ζωής. Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για μια γεωμετρικά αυξανόμενη τάση.
Η πραγματική αυτή συνθήκη είναι πλούσια σε δυνατότητες και υποσχέσεις. Προκειμένου όμως κανείς να τις αξιοποιήσει, χρειάζεται να γνωρίζει τη χρήση της οπτικοακουστικής γλώσσας. Χωρίς αυτήν τη γνώση, κινδυνεύει να μετατραπεί σε παθητικός δέκτης-καταναλωτής οπτικοακουστικών μηνυμάτων, ευάλωτος στη χειραγώγηση και – επιπλέον – σε μειονεκτική θέση στην αγορά εργασίας. Ο διαχωρισμός σε εκείνους που ξέρουν να χειρίζονται την οπτικοακουστική επικοινωνία και σε εκείνους που δεν ξέρουν έχει ταξική διάσταση και σταδιακά γίνεται μια από τις ισχυρότερες μορφές κοινωνικού αποκλεισμού.
Η οπτικοακουστική παιδεία:
α/ αποτελεί προϋπόθεση για τη βέλτιστη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της οπτικοακουστικής επικοινωνίας, στην προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή
β/ αποτελεί προϋπόθεση για την ενσυνείδητη, κριτική και ενεργητική λειτουργία του πολίτη
γ/ δεν πρέπει να αποτελεί ταξικό προνόμιο
Εάν στοχεύουμε σε μια κοινωνία ενσυνείδητων και ενεργών πολιτών, δημοκρατική και κοινωνικά δίκαιη, πρέπει να επιδιώξουμε η οπτικοακουστική παιδεία να γίνει κτήμα του καθενός. Ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι μέσω της εισαγωγής της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο σχολείο. Συνεπώς, η εισαγωγή της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο σχολείο είναι κοινωνική αναγκαιότητα και ζήτημα πολιτικό.
Στόχοι της εισαγωγής της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο σχολείο:
1/ Οπτικοακουστικός εγγραμματισμός (audiovisual literacy, media literacy): Οι μαθητές να γίνουν ενσυνείδητοι, ενεργοί και κριτικοί χρήστες της οπτικοακουστικής γλώσσας, και όχι παθητικοί και ασυνείδητοι δέκτες → ενεργοί και ισότιμοι πολίτες στην κοινωνία του μέλλοντος
2/ Αισθητική και καλλιτεχνική παιδεία (aesthetic education, art education): Οι μαθητές να γίνουν μέτοχοι του πολιτισμικού πλούτου και της δημιουργικής διαδικασίας της κινηματογραφικής τέχνης (ως κομμάτι της ευρύτερης πολιτισμικής και καλλιτεχνικής παραγωγής της ανθρωπότητας) → καλλιεργημένοι και ευτυχισμένοι άνθρωποι
3/ Τεχνολογικός εγγραμματισμός (technological literacy, digital literacy): Οι μαθητές να γίνουν όχι μόνο εξοικειωμένοι, αλλά και δημιουργικοί χρήστες της τεχνολογίας → ενεργοί και ισότιμοι πολίτες στην κοινωνία του μέλλοντος
Προσδοκώμενα Μαθησιακά Αποτελέσματα:
Τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα διαφέρουν ανά ηλικιακή ομάδα και συμπεριλαμβάνουν:
- Οπτική αντίληψη, ανάπτυξη της ικανότητας των μαθητών να «βλέπουν». Αναγνώριση των στοιχείων της εικόνας: άξονες, συμμετρίες, αντιθέσεις, φως, μορφή, χρώμα.
- Αντίληψη του χρόνου: timing, ρυθμός.
- Διαχωρισμός του πραγματικού από το αναπαριστώμενο. Αναγνώριση της διαμεσολαβημένης και κατασκευασμένης φύσης του οπτικοακουστικού κειμένου. Κριτική προσέγγιση της αξίας τεκμηρίου.
- Κατανόηση της έννοιας της οπτικής γωνίας, ως κυριολεξία και ως στοιχείο της υποκειμενικότητας. Κατανόηση της διαφοράς αντικειμενικού-υποκειμενικού. Κατανόηση της λειτουργίας της ταύτισης στο οπτικοακουστικό μήνυμα και (αργότερα) της χρήσης της ως μέσο χειραγώγησης.
- Συνειδητοποίηση της σχέσης μορφής-περιεχομένου στην οπτικοακουστική γλώσσα γενικά, και στην οπτικοακουστική αφήγηση ειδικότερα. Δημιουργική χρήση των οπτικοακουστικών «τρόπων».
- Αναγνώριση των κωδίκων και των επιπέδων άρθρωσης της σημασίας. Κατανόηση της διαφοράς μεταξύ ρητού και λανθάνοντος μηνύματος. Αναγνώριση των λανθανόντων μηνυμάτων και ιδεολογικών μηχανισμών.
- Καλλιέργεια της προσωπικής έκφρασης των μαθητών μέσα από την οπτικοακουστική δημιουργία
Βασικές Αρχές – Σκεπτικό:
1/ Η εισαγωγή του κινηματογράφου στο σχολείο δεν αφορά απλώς στην εισαγωγή ενός ακόμα εξειδικευμένου μαθήματος, αλλά αρθρώνεται με όλο το σχολικό πρόγραμμα. Λειτουργεί κυρίως ως τρόπος προσέγγισης, διδασκαλίας και εκμάθησης των άλλων μαθημάτων, κατά τρόπο δομικό, και όχι απλώς ως εικονογράφηση. Τα όποια εξειδικευμένα μαθήματα εντάσσονται στην ευρύτερη αυτή λογική.
2/ Ο κινηματογράφος είναι γλώσσα και τέχνη, και οι δυο πλευρές του είναι απαραίτητο να μελετηθούν στην σχολική τάξη.
(α) Οπτικοακουστική γλώσσα είναι ο τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας μέσω κινούμενης εικόνας σε συνδυασμό με ήχο. Οπτικοακουστικά κείμενα είναι οι κινηματογραφικές ταινίες, μυθοπλασίας και τεκμηρίωσης, οι τηλεοπτικές εκπομπές όλων των ειδών, οι ειδήσεις, τα ρεπορτάζ, οι σειρές, οι εμπορικές και πολιτικές διαφημίσεις, τα reality shows, αλλά και τα μουσικά βιντεοκλίπ, τα βίντεο που διακινούνται στο διαδίκτυο, τα βιντεοπαιχνίδια. Οι μαθητές ήδη «κολυμπούν» σε ένα περιβάλλον οπτικοακουστικών κειμένων. Το σχολείο οφείλει να τους δώσει τα εργαλεία για την ενσυνείδητη αποκωδικοποίηση των σημασιών και την κριτική προσέγγιση των μηνυμάτων.
(β) Η τέχνη του κινηματογράφου είναι για την οπτικοακουστική γλώσσα ό,τι είναι η λογοτεχνία για μια γραπτή λεκτική γλώσσα. Από τη μια, είναι θησαυρός γνώσεων και τρόπων, οπτικών και αφηγηματικών μορφών, μνήμης και ταυτοτήτων, ιδεών και ιδεολογικών δομών. Από την άλλη, αποτελεί το βασικό εργαστήριο πειραματισμού και καινοτομίας στην οπτικοακουστική γλώσσα. Γι’ αυτό, ο οπτικοακουστικός εγγραμματισμός δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την τέχνη του κινηματογράφου.
3/ Η χρήση της οπτικοακουστικής γλώσσας, όπως κάθε γλώσσας, προϋποθέτει τη γνώση τόσο αποκωδικοποίησης όσο και παραγωγής μηνυμάτων. Με άλλα λόγια, οι μαθητές πρέπει να μάθουν τόσο οπτικοακουστική «ανάγνωση» όσο και οπτικοακουστική «γραφή», και επιπλέον να μάθουν να τη χρησιμοποιούν τόσο ως τρόπο επικοινωνίας όσο και ως τρόπο έκφρασης. Συνεπώς, η διδασκαλία οφείλει πάντα να ενσωματώνει τόσο μια αναλυτική-κριτική διάσταση όσο και μια συνθετική- δημιουργική.
Να σημειωθεί ότι οι μαθητές είναι ήδη όχι μόνο δέκτες, άλλα και παραγωγοί μηνυμάτων στην οπτικοακουστική γλώσσα, μέσω των τηλεφωνικών και άλλων συσκευών τους, κατά τον ίδιο μη εγγράμματο τρόπο που χρησιμοποιεί ένα παιδί προσχολικής ηλικίας τη μητρική του γλώσσα. Το ζητούμενο για το σχολείο είναι να τους διδάξει την εγγράμματη χρήση της.
4/ Στην οπτικοακουστική, όπως σε κάθε γλώσσα, το περιεχόμενο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μορφή, το «τι» υπάρχει μόνο μέσα από το «πώς». Οι μαθητές πρέπει να διδαχθούν τη λειτουργία των οπτικών και αφηγηματικών κωδίκων, προκειμένου να προσεγγίσουν τον τρόπο άρθρωσης των σημασιών. Οι ταινίες δεν προσεγγίζονται αποκλειστικά με βάση τις θεματικές τους, αλλά κυρίως μέσω των δομικών και μορφικών χειρισμών τους.
5/ Η εισαγωγή του κινηματογράφου στο σχολείο δεν μπορεί να γίνει σημειακά, αλλά πρέπει να ενταχθεί «οριζόντια» στο συνολικό σχεδιασμό του ωρολογίου προγράμματος (βλ. σημείο 1). Η εισαγωγή της διδασκαλίας του κινηματογράφου αρθρώνεται με τον ανα-σχεδιασμό της διδασκαλίας:
(α) της γλώσσας και επικοινωνίας: Η οπτικοακουστική γλώσσα είναι τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας, και άρα θα μπορούσε να διδαχθεί συμπληρωματικά με τη διδασκαλία της «φυσικής» γλώσσας.
(β) των τεχνών γενικά: Το ζήτημα της ένταξης της καλλιτεχνικής δημιουργίας στη διδακτική διαδικασία θα ήταν καλό τα προσεγγιστεί συνολικά. Επιπλέον, ο κινηματογράφος ειδικά τέμνεται πολλαπλά με τις άλλες τέχνες. Το ερώτημα της εικόνας τίθεται σε όλες τις εικαστικές τέχνες (ζωγραφική, φωτογραφία, κόμιξ), και μια συνολική διδακτική προσέγγισή του αποτελεί επιτυχημένη πρακτική διεθνώς.
Αντίστοιχα, η μουσική ως χειρισμός της μορφής σε χρόνο, αλλά και το θέατρο, έχουν νοηματικές και πρακτικές περιοχές τομής με τον κινηματογράφο.
(γ) των νέων μέσων και τεχνολογιών: Ο οπτικοακουστικός εγγραμματισμός και ο χειρισμός της δια-μεσικότητας συναντιέται και με την εισαγωγή στο σχολείο των νέων τεχνολογιών και μέσων.
(δ) των άλλων μαθημάτων: Η οπτικοακουστική εκπαίδευση τέμνεται με διάφορους τρόπους με ζητήματα που διδάσκονται σε άλλα μαθήματα του παρόντος ωρολογίου προγράμματος, π.χ. το ζήτημα της κριτικής του οπτικοακουστικού τεκμηρίου με το μάθημα της Ιστορίας. Επιπλέον, το οπτικοακουστικό μέσο αποτελεί αποδεδειγμένα αποτελεσματικό μέσο διδασκαλίας των γνωστικών αντικειμένων.
(ε) Τέλος, η επιλογή ειδικού μαθήματος οπτικοακουστικής επικοινωνίας ή / και κινηματογράφου, θα μπορούσε να ενταχθεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
6/ Ο κινηματογράφος εισάγεται «κάθετα» στο σχολείο από την προσχολική αγωγή έως το λύκειο, και μετά. Ο τρόπος διδασκαλίας εξαρτάται από τις ικανότητες και ανάγκες της εκάστοτε ηλικιακής ομάδας. Η σχετική βιβλιογραφία καταγράφει στάδια ανάπτυξης των σχετικών ικανοτήτων (π.χ. πότε το παιδί διαχωρίζει την εικόνα από το αντικείμενο, το πραγματικό από το ψεύτικο, την έννοια της μίμησης, τα επίπεδα νοήματος) και προτείνει ανάλογη διδακτική μεθοδολογία.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε μικρότερες ηλικίες ενδείκνυται περισσότερο η εξοικείωση με τις αρχές χρήσης του οπτικοακουστικού μέσου μέσα από το δια- δραστικό δημιουργικό παιχνίδι, στο οποίο εντάσσεται σταδιακά η κριτική θέαση. Σε μεγαλύτερες ηλικίες εισάγεται μια πιο συστηματική διδασκαλία των αρχών οπτικοακουστικής ανάγνωσης, η ανάλυση των διαφορετικών επιπέδων σημασίας και ιδεολογικών δομών, καθώς και η κατασκευή ταινίας και βασικά στοιχεία της ιστορίας του κινηματογράφου (ενταγμένα στην ιστορία του πολιτισμού). Τέλος, ας σημειωθεί η δυνατότητα διδασκαλίας των τεχνικών κινηματογραφικών επαγγελμάτων στην λυκειακή τεχνική εκπαίδευση.
Εκπαιδευτικές Αρχές:
1/ Ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας, της πρωτοβουλίας και της δημιουργικότητας → διαλεκτική και δια-δραστική διδασκαλία
2/ Καλλιέργεια της συνεργατικότητας → ομαδική εργασία 3/ Οργάνωση της εργασίας σε projects – όχι εξετάσεις
Αρχές Εφαρμογής:
1/ Αξιοποίηση της εγχώριας και διεθνούς εμπειρίας. Ενεργοποίηση του δυναμικού της χώρας.
2/ Απευθυνόμαστε στους εκπαιδευτικούς με απώτερο στόχο τους μαθητές.
3/ Μελλοντικός στόχος: Η συνολική ένταξη της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο σχολικό σύστημα.
Με αυτόν τον τελικό στόχο, προτείνεται μια σειρά από πρώτα βήματα:
Επτά Πρώτα Βήματα προς την εφαρμογή:
1/ Ρητή αναγνώριση του δικαιώματος στον Οπτικοακουστικό Εγγραμματισμό. Στρατηγική επιλογή υποστήριξης της πρόσβασης στον Οπτικοακουστικό Εγγραμματισμό μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, εκ μέρους των Υπουργείων Παιδείας και Πολιτισμού.
2/ Πρόσκληση για δημιουργία δικτύου ενδιαφερομένων μερών για το σχεδιασμό, την εφαρμογή και την υποστήριξη της ένταξης της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο εκπαιδευτικό σύστημα, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Σε αυτό θα ήταν καλό να συμπεριλαμβάνονται: τα Υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, η ΕΡΤ, το Τμήμα Κινηματογράφου του ΑΠΘ και όλα τα πανεπιστημιακά Τμήματα που προσφέρουν οπτικοακουστικά προγράμματα (όπως το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, το Τμήμα Τεχνών Ήχου και Εικόνας του Ιονίου, η ΑΣΚΤ κλπ.), το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους, το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και όλα τα διεθνή, εθνικά και τοπικά κινηματογραφικά φεστιβάλ της χώρας, η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου και τα επαγγελματικά σωματεία του κινηματογραφικού χώρου, η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, το Μουσείο Κινηματογράφου και οι τοπικές κινηματογραφικές λέσχες, αλλά και οι ΟΤΑ και οι τοπικοί πολιτιστικοί φορείς.
3/ Αξιοποίηση του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, καθώς και του υπάρχοντος ερευνητικού και διδακτικού υλικού. Ενδεικτικά αναφέρουμε το πρόγραμμα «ΜΕΛΙΝΑ – Εκπαίδευση και Πολιτισμός» (1995-2004), το «Πάμε Σινεμά» (1999 ως σήμερα), την «Ευρωπαϊκή Συνάντηση Νεανικής Οπτικοακουστικής Δημιουργίας – Camera Zizanio» (Φεστιβάλ Ολυμπίας, 2001 ως σήμερα), το «Μείζον Πρόγραμμα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών» (ΕΣΠΑ 2007-2013), το υλικό που προέκυψε από το «Νέο Σχολείο – Νέο Πρόγραμμα Σπουδών» (2009-2011), αλλά και ιδιωτικές πρωτοβουλίες όπως τον «Καρπό – Κέντρο Εκπαιδευτικών Δράσεων και Διαπολιτισμικής Επικοινωνίας» και το «The 5C Project – AltCiné Action».
4/ Αξιοποίηση των ευρωπαϊκών δομών για τεχνογνωσία και χρηματοδότηση. Η οπτικοακουστική εκπαίδευση εντάσσεται με διάφορους τρόπους στο στρατηγικό πλαίσιο για την ευρωπαϊκή συνεργασία στην Εκπαίδευση και την Κατάρτιση (ΕΚ 2020). Η συνεισφορά της στο διαμεσικό και ψηφιακό εγγραμματισμό είναι προφανής, ενώ συμβάλει και σε άλλους διευρωπαϊκούς εκπαιδευτικούς στόχους, όπως η υποστήριξη των εκπαιδευτικών και η ανάπτυξη νέων μέσων διδασκαλίας, η ενεργή πολιτειότητα και η κοινωνική συνοχή, και η «ανοιχτή» εκπαίδευση. Κάποιες παράμετροι της εισαγωγής της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο ελληνικό σχολικό σύστημα θα μπορούσαν ίσως να ενταχθούν στο χρηματοδοτικό πρόγραμμα ERASMUS+. Θα μπορούσαμε επίσης να αξιοποιήσουμε συμβουλευτικές δομές, όπως το peer-counselling.
5/ Καταγραφή υπάρχουσας υλικοτεχνικής υποδομής των σχολείων. Και αξιοποίηση της υλικοτεχνικής υποδομής εθνικών οργανισμών και τοπικών φορέων (βλ. Ταινιοθήκη της Ελλάδος, εργαστήρια, αίθουσες εκδηλώσεων και άλλοι χώροι των ΑΕΙ, κινηματογραφικές λέσχες, τοπικοί κινηματογράφοι).
6/ Εκπαίδευση των εκπαιδευτικών:
→ εισαγωγή οργανωμένων μαθημάτων οπτικοακουστικής παιδείας σε όλα τα Παιδαγωγικά Τμήματα των Πανεπιστημίων
→ ενίσχυση των μαθημάτων διδακτικής στο Τμήμα Κινηματογράφου ΑΠΘ και στα άλλα πανεπιστημιακά Τμήματα οπτικοακουστικού ενδιαφέροντος
→ εισαγωγή οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στα μαθήματα παιδαγωγικής-ειδικής διδακτικής των άλλων Τμημάτων
→ προγράμματα επιμόρφωσης των ενεργών εκπαιδευτικών στην οπτικοακουστική γλώσσα και την αξιοποίηση του κινηματογράφου στη μαθησιακή διαδικασία
→ εγχειρίδια (συγγραφή ή/και μετάφραση από τη διεθνή βιβλιογραφία, και αξιοποίηση υπάρχοντος υλικού)
7/ Δυνατότητες άμεσων παρεμβάσεων:
α/ Ανάπτυξη διδακτικών σεναρίων για συγκεκριμένες θεματικές ενότητες ανά γνωστικό αντικείμενο, με φύλλα εργασίας για τους μαθητές και οδηγίες διδασκαλίας για τους εκπαιδευτικούς. Αξιοποίηση υπάρχοντος σχετικού υλικού.
--- ένταξη στην ευέλικτη ζώνη (δημοτικό), στις βιωματικές δράσεις (γυμνάσιο), στις ερευνητικές εργασίες (λύκειο), στην τεχνική εκπαίδευση
β/ Αξιοποίηση του εκπαιδευτικού χαρακτήρα της ΕΡΤ.
γ/ Δημιουργία κλειστής διαδικτυακής πλατφόρμας με επιλεγμένες ταινίες για χρήση από μαθητές και εκπαιδευτικούς. Εμπλουτισμός των υπάρχοντων παιδαγωγικών διαδικτυακών τόπων (βλ. «Φωτόδεντρο – Εθνικός Συσσωρευτής Εκπαιδευτικού Περιεχομένου», «Αίσωπος – Advanced Electronic Scenarios Operating Platform» του ΙΕΠ) με οπτικοακουστικά διδακτικά σενάρια.
δ/ Πιλοτικό πρόγραμμα επιμόρφωσης των ενεργών εκπαιδευτικών στην οπτικοακουστική γλώσσα και την αξιοποίηση του κινηματογράφου στη μαθησιακή διαδικασία.
ε/ Πιλοτικό πρόγραμμα επιμόρφωσης-ευαισθητοποίησης γονέων.
στ/ Χρήση οπτικοακουστικών τρόπων διδασκαλίας στα μαθήματα ένταξης των προσφύγων και μεταναστών.
Σχεδιασμός σταδιακού και κοστολογημένου προγράμματος εισαγωγής της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο ελληνικό σχολικό σύστημα. Πρόγραμμα εφαρμογής. Σταδιακή εφαρμογή.
Τελείως σχετικό είναι το παρακάτω άρθρο με μεγάλη ιστορική αξία
Τσόντα ρεεεε!!
Τω καιρώ εκεινω(1975-82) υπήρχανε πολλοί κινηματογράφοι στο κέντρο της Αθήνας,που προβάλανε 2 έργα SEX.
Έτσι γράφανε σε μεγάλες ταμπέλες.
Ήτανε ανοικτά από τις 8 το πρωί,μέχρι τις 12 το βράδυ.
Τότε δεν υπήρχανε περιοδικά με γυμνές.
Έβγαινε μόνο το Σκάνδαλο,που και αυτό είχε αστεράκι,στο γυμνό στήθος.
Video,και τα σχετικά,ούτε καν είχαμε ακούσει κάτι.
Στο κέντρο της Αθήνας,ήταν Το Ομόνοια,που εκείνα τα χρόνια εβγαινε πρώτος κινηματογράφος στα εισιτήρια.
Δίπλα του ήταν Το Κοσμοπολιτ.Στην Πατησίων ήταν το Αλάσκα,που την πλήρωνε σε κάθε διαδήλωση.
Σήμερα είναι ο Γλου στην θέση του.
Στην Αθηνάς,εκεί απέναντι από το Δημαρχείο,ήταν άλλο ένα,και μετά στην Πειραιώς,στο Τέσσερα.Και το Λαου στην Κολωνού.
Σπάνια έβρισκες να κάτσεις.
Πολλοί πηγαίνανε και καθότανε όλη την μέρα στον σινεμά..
Φυσικά,μιλάμε για πολλή βρώμα και μυρωδιά.
Επιτρεπότανε το τσιγάρο,και γινότανε χαμός.
Άμα δεν είχανε ανάψει τα καλοριφέρ,άναβε εφημερίδες ο κόσμος.
Έχω πετύχει αυτό που ακουγότανε ότι ψήνανε ρέγκες.
Γινότανε μεγάλες πλάκες.
Όλα τα σχολεία,κατεβαίναμε ομαδικά στους σινεμαδες.
Συνθήματα,πλάκες.
Τι γινότανε τότε.
Έπαιζε κανονικά την ταινία,που είχανε προγραμματίσει.
Η οποία ητανε εντελώς αθώα,λίγο στήθος να έδειχνε που και που,
και ξαφνικά από πίσω που είναι η μηχανή προβολής,άνοιγε ένα άλλο παράθυρο,και μια άλλη μηχανή πρόβαλε,σκληρό πορνό.
Άσχετο με την ταινία που παιζότανε.
Αυτό κρατούσε 10-20 λεπτά.
Έτσι ονομάστηκε Τσόντα.
Ήτανε παράνομο αυτό,και μπορούσε αρκετές φορές να σου τύχει να μην προβάλλει τσόντα.
Όσο περνούσε η ώρα,και έβλεπε ο κόσμος να μην δείχνει Τσόντα,αρχίζανε και φωνάζανε.
Δώσε Τσόντα στο λαό.
ή (ζητώ συγνώμη προκαταβολικά)
βαλε τσόντα στο πανί
να χορτάσουμε μουνί.
Όταν έπεφτες σε σχολεία,ή σε μεγάλες παρέες,γινότανε χαμός.
Εμείς από το δικό μου σχολείο στην Ν.Σμύρνη,προτιμούσαμε το Κρυσταλ στην Χαροκόπου στην Καλλιθέα.
Μια φορά,πήγαμε και με τα κορίτσια της τάξης,καμιά 10 αριά.
Δεν μας βάζανε μέσα,λόγω ηλικίας,
αλλά σχεδόν ορμηξαμε μέσα.
Υπήρχε και μεγάλη Ελληνική παραγωγή τότε.
Πολλοί γνωστοί πρωταγωνιστές γυρνούσανε για λόγους οικονομικούς ταινίες sex.
Πάντα υπήρχε η φήμη,ότι γυρνούσανε και σκληρό πορνό,που κυκλοφορούσε μόνο στο εξωτερικό.
Αλλά οι Ελληνικές ταινίες,ξεχωρίζανε κυρίως για τους τίτλους.
Το παλαμάρι του βαρκάρη.,Σκύψε ευλογημένη.κα.
Μεγάλος πρωταγωνιστής ο Γκουσγκουνης.
Κάποια χρονιά,είχε εμφανιστεί και live,στο σινεμά στην Πειραιώς.
Μέχρι που βγήκανε τα Video,και τα videoclub,
και ο κόσμος έκατσε σπίτι του για ιδιωτικές προβολές.
Sunday, May 22, 2016
Το χρονοδιάγραμμα του Εθνικού Διαλόγου για τις αλλαγές που θα ισχύσουν το Σεπτέμβριο
Η Ευρωπαική απάτη , μόνο παχιά λόγια
http://www.esos.gr/arthra/43682/hronodiagramma-toy-ethnikoy-dialogoy-gia-tis-allages-poy-tha-ishysoyn-septemvrio
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου για την παιδεία Αντώνη Λιάκο:
Την ολοκλήρωση του Διαλόγου θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε περισσότερο με την κατασκευή του τόξου μιας γέφυρας παρά μιας οικοδομής.
Σε μια μισοτελειωμένη οικοδομή μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι κάτω όροφοι, κάτι μένει κι αν δεν ολοκληρωθεί.
Αντίθετα, αν δεν ολοκληρωθεί το τόξο της γέφυρας, απλώς δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
Ολοκλήρωση της γέφυρας σημαίνει να συμφωνήσουμε ως προς το χαρακτήρα της εκπαίδευσης και του εκπαιδευτικού συστήματος, και αυτός δεν προκύπτει παρά αν ολοκληρώσουμε την αντιμετώπιση των επί μέρους προβλημάτων με την εργασία των επιτροπών.
Στο προσεχές διάστημα θα πρέπει να σχηματίσουμε μια επιτροπή που θα μελετήσει την υπόθεση της αναδιοργάνωσης της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και τον χαρακτήρα του νέου λυκείου και νέου γυμνασίου που θα προκύψει.
Δεν είναι εύκολο εγχείρημα, από την άποψη των υλικοτεχνικών υποδομών, αλλά θα αποτελέσει μια μείζονα μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση.
Επομένως χρειάζεται να δηλωθούν διαθεσιμότητες για τη συμμετοχή στην ομάδα που θα εργαστεί πάνω σε αυτή την υπόθεση.
Αν επίσης έως τώρα ο Διάλογος είναι προσανατολισμένος στα προβλήματα δομής της εκπαίδευσης, θα πρέπει στο επόμενο διάστημα να συζητήσουμε το ζήτημα του περιεχομένου των μαθημάτων και των σπουδών στην εγκύκλια εκπαίδευση.
Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να παραδεχτεί ότι εδώ δεν υπάρχει μείζον ζήτημα.
Και εδώ χρειάζεται να δηλωθούν διαθεσιμότητες.
Αν όμως ο Διάλογος ομοιάζει με τόξο γέφυρας είναι και επειδή αρθρώνεται πάνω σε διαφορετικές πλατφόρμες.
Εκτός από της συζητήσεις των Επιτροπών του Εθνικού Διαλόγου, διεξάγονται εργασίες στην Επιτροπή Μορφωτικών Σχέσεων στη Βουλή (με πρωτοβουλία του προέδρου της κ. Κ. Γαβρόγλου), και, τώρα μετά την θεσμική του αποκατάσταση, στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΥΠ).
Το ΕΣΥΠ, σύμφωνα με τον Πρόεδρό του, κ. Νίκο Θεοτοκά, το επόμενο διάστημα, αμέσως μετά το Πάσχα, θα προχωρήσει στη διοργάνωση ημερίδων και συζητήσεων στα επίδικα ζητήματα της εκπαίδευσης όπως έχουν αναδειχθεί έως τώρα από τις εργασίες των Επιτροπών, με την εξαγωγή συμπερασμάτων και την υιοθέτηση προτάσεων.
Η τελική έκθεση θα αποτελείται από τις εκθέσεις κάθε επιτροπής του Εθνικού Διαλόγου, καθώς και από τις προτάσεις που θα διαμορφωθούν μέσα από τις συζητήσεις του ΕΣΥΠ καθώς και της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής.
Πρέπει να καταβάλουμε προσπάθειες να περιλαμβάνουν:
Α) Συγκεκριμένες προτάσεις οι οποίες θα ισχύσουν στα σχολεία από τον Σεπτέμβρη,
Β) Διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων που θα αποκτήσουν νομοθετική μορφή και Γ) Σαφείς κατευθύνσεις μετασχηματισμού των εκπαιδευτικών θεσμών.
Ως προς την πρώτη φάση, τις άμεσες πολιτικές.
Αφετηρία είναι η δραματική έλλειψη πόρων μετά από χρόνιες περικοπές.
Ποιες προσαρμογές θα πρέπει να γίνουν στα σχολεία;
Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να ενταχτεί στις εργασίες των επιτροπών και να αντιμετωπιστεί ανοιχτά, με ειλικρίνεια απέναντι στους γονείς και την κοινωνία, με δημιουργικότητα και φαντασία.
Ιδιαίτερα σ’ ότι αφορά τις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης θα πρέπει να δούμε τη σχέση του σχολείου με την τοπική κοινωνία, μέσα από μια ανοικτή έκκληση σύμπραξης, ασφαλώς με κανόνες.
Το φτωχό σε οικονομικούς πόρους σχολείο μπορεί να αποδειχτεί πλούσιο σε ερεθίσματα και αξίες σχολείο, αρκεί να δούμε πώς θα βγει από τη ρουτίνα και θα αξιοποιήσει τους πολιτισμικούς πόρους που το περιβάλουν.
Πρέπει να σκεφτούμε τολμηρά και έξω από την όποια πεπατημένη συγκεκριμένες προτάσεις και να καλέσουμε εκπαιδευτικούς, γονείς και τοπική αυτοδιοίκηση σε σχεδιασμό για την επόμενη χρονιά.
Ως προς την μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη φάση, διαπιστώσαμε έως τώρα ότι εκτός από τη δραματική περικοπή πόρων, το πρόβλημα της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες είναι η χρόνια ανηλικιότητα και η εξάρτησή του, τόσο ως προς τους οικονομικούς πόρους όσο και ως προς την καθοδήγηση από ένα συγκεντρωτικό μηχανισμό.
Τα προβλήματα που προκαλεί αυτή η εξάρτηση θεραπεύονται με νέους λεπτομερείς κανονισμούς που πάλι εκπορεύονται από τα πάνω, διαιωνίζοντας τον ίδιο ακριβώς φαύλο κύκλο συγκεντρωτισμού και εκ των άνω ελέγχου. Επομένως η κεντρική μας στόχευση θα πρέπει να είναι η ενδυνάμωση και η ενηλικίωση της εκπαίδευσης σε όλα τα πεδία και σε όλους τους συμμετέχοντες.
Αυτονομία, ανάληψη της ευθύνης και λογοδοσία είναι το τρίπτυχο της ενηλικίωσης και της ενδυνάμωσης. Θα πρέπει να δούμε πώς μπορεί να εξειδικευτεί, από το σχολείο έως το πανεπιστήμιο, από τα προγράμματα έως τη διακυβέρνηση της εκπαίδευσης.
Από την αρχή της διαδικασίας του Διαλόγου είχαμε επισημάνει ότι οι συνέπειες της κρίσης οδηγούν σε μια κοινωνική ανισότητα μέσα στο σχολείο. Η ανισότητα αυτή επιτείνεται και από την είσοδο μεταναστευτικών πληθυσμών, που σωστά μεν πρέπει να οδεύουν στο ενιαίο σχολείο, όπου όμως οι συνθήκες της τάξης, μαθησιακές και άλλες θα χειροτερεύουν, χωρίς ειδική βοήθεια.
Για το λόγο αυτό χρειάζονται σωστικές ενέργειες με τη μορφή πρότυπων σχολείων σε επιλεγμένες φτωχές περιοχές όπου εμφανίζεται μια υπερ-συσσώρευση προβλημάτων. Ας είμαστε σαφείς: στις τάξεις των σχολείων
των φτωχών περιοχών με ομάδες ξενόγλωσσων παιδιών καθώς και με παιδιά με ειδικές ανάγκες χρειάζεται ειδική εκπαιδευτική φροντίδα.
Μετά το Πάσχα, σε ημερομηνία που θα οριστεί, θα προγραμματίσουμε μια ολομέλεια όλων των επιτροπών, με συμμετοχή και εκείνων που δεν είχαν παρουσιάσει τη δουλειά τους στις 5 Μαρτίου. Είναι σημαντικό να διασταυρώνουμε τη δουλειά μας και να βαδίζουμε συγκλίνοντας.
Στόχος είναι προς το τέλος Μαΐου να ετοιμαστεί μια έκθεση με τις συνολικές προτάσεις, η οποία θα παρουσιαστεί τόσο στην πολιτική ηγεσία όσο επίσης και στην κοινή γνώμη.
- Πρέπει να ανταποδώσουμε την εμπιστοσύνη με την οποία τα μέλη των επιτροπών περιβάλλουν την προσπάθειά μας με τη δέσμευσή μας στις αλλαγές στην εκπαίδευση.
- Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση έχει μια ευρύτερη στόχευση από την οποία δεν πρέπει να αποκλίνουμε και κομβικό ρόλο στη δημιουργία μιας νέας προοδευτικής ταυτότητας στην ελληνική κοινωνία.
Subscribe to:
Comments (Atom)