Thursday, May 26, 2016
Ο Ενιαίος Χώρος Εκπαίδευσης και Έρευνας ως πεδίο εφαρμογής μεταρρυθμιστικής πολιτικής
http://www.esos.gr/arthra/44221/apokleistiko-i-protasi-gia-tis-allages-sta-panepistimia-kai-tei
ο esos δημοσιεύει κατ αποκλειστικότητα την πρόταση της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου για την παιδεία για τι αλλαγές στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, , που θα παρουσιαστεί στην τελική συνάντηση των Επιτροπών του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου, που θα πραγματοποιηθεί αύριο Παρασκευή, στο υπουργείο Παιδείας, παρουσία της πολιτικής ηγεσίας.
Ειδικότερα:
Ι. Ο Ενιαίος Χώρος Εκπαίδευσης και Έρευνας ως πεδίο εφαρμογής μεταρρυθμιστικής πολιτικής
Η δημιουργία ενιαίου χώρου εκπαίδευσης και έρευνας καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά χρονίων προβλημάτων στο ακαδημαϊκό-ερευνητικό οικοσύστημα όπως:
-Την γεωγραφική απομόνωση επιμέρους ερευνητικών μονάδων, σε συνδυασμό με κατακερματισμό ή εκτεταμένες αλληλεπικαλύψεις των ερευνητικών δραστηριοτήτων.
-Την πολυτυπία εργασιακών σχέσεων και διοικητικών/διαχειριστικών πρακτικών στα ΕΚ.
-Τα ελλείμματα προσωπικού και κρισίμων μαζών σε ΑΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα (ΕΚ) σε συνδυασμό με τη μαζική μετανάστευση νέων επιστημόνων στο εξωτερικό
-Τη σχετικά περιορισμένη αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων στη λεγόμενη «αλυσίδα της καινοτομίας» (βασική έρευνα-εφαρμοσμένη έρευνα- εμπορική εκμετάλλευση καινοτόμων εφαρμογών).
-Την έλλειψη δυνατοτήτων μιας πιο ευέλικτης εκπαιδευτικής διαδικασίας στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ.
-Την προβληματική κατάσταση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών.
-Την μεγάλη διαφορά που παρατηρείται στο επίπεδο σπουδών αλλά και ερευνητικής δραστηριότητας ανάμεσα σε Τμήματα με ομοειδή γνωστικά
αντικείμενα.
-Την αδυναμία πρόσβασης στα ΑΕΙ και ΕΚ των νέων επιστημόνων.
Οι προτάσεις που ακολουθούν αποβλέπουν στην αναβάθμιση του έργου που παράγεται στα ΑΕΙ και τα ΕΚ, στην εναρμόνιση των εκπαιδευτικών και των ερευνητικών δραστηριοτήτων σε όλη την επικράτεια, στην εξοικονόμηση πόρων και στην υποβοήθηση της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Θα πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι η συγκρότηση του Ενιαίου Χώρου αποτελεί μια ανατροφοδοτούμενη, εθνική στρατηγική στον τομέα της Παιδείας που δεν εξαντλείται σε έναν «κατάλογο» δράσεων και χρειάζεται διαρκή εμπλουτισμό και αναπροσαρμογή.
Με άξονα τα παραπάνω, η στρατηγική για την επίτευξη του Ενιαίου Χώρου Εκπαίδευσης και Έρευνας θα πρέπει να ακολουθήσει μια κατά στάδια διαδικασία που περιλαμβάνει:
α) την ακριβή καταγραφή των ακαδημαϊκών-ερευνητικών ομάδων σε Πανεπιστήμια, ΤΕΙ και ΕΚ. Σε περίπτωση που ακαδημαϊκοί και ερευνητές δεν εντάσσονται σε ομάδες, να αναφερθεί η γενική περιοχή ερευνητικής δραστηριότητας τους.
β) τα προβλήματα υποδομών που αντιμετωπίζει κάθε ομάδα συμπεριλαμβανομένων και τα θέματα κρίσιμων μαζών
γ) την αποτύπωση των συναφειών ανάμεσα σε διαφορετικές μονάδες. Αυτό θα μπορούσε να γίνει από τις ίδιες τις ομάδες μετά από συνεννόηση μεταξύ τους.
δ) τις συγκεκριμένες αναπτυξιακές προοπτικές της κάθε ομάδας, συμπεριλαμβανομένων και των δυνατοτήτων εμπλοκής νέων επιστημόνων.
Ο κυρίαρχος διαχωρισμός της έρευνας σε «βασική» και «εφαρμοσμένη», εγκλωβίζει τον προβληματισμό για τον ενιαίο χώρο ΑΕΙ και ΕΚ σε μία τεχνητή διαίρεση, με αποτέλεσμα διάφοροι τομείς είτε να συνεχίσουν να υποβαθμίζονται, είτε να αγνοούνται εντελώς (όπως για παράδειγμα, η έρευνα στους καλλιτεχνικούς κλάδους, σε ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, όπως η κοινωνική ανθρωπολογία κ.ά.). Επιπλέον η κυρίαρχη αντίληψη για την καινοτομία, τόσο στο επίπεδο της ευρωπαϊκής πολιτικής, όσο και στο επίπεδο της πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά και σε ορισμένους ακαδημαϊκούς κύκλους, περιορίζεται στην καταμέτρηση των κατατεθειμένων ευρεσιτεχνιών, των συνεργασιών με επιχειρήσεις και των εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων. Η συνύπραξη όλων των δυνατών μορφών, πρακτικών και αντιλήψεων για την έρευνα αποτελεί μία μεγάλη κατάκτηση των ΑΕΙ και ΕΚ και η κουλτούρα αυτή θα πρέπει να προφυλαχθεί και να ενισχυθεί. Επιπλέον, θα πρέπει να γίνουν όλες οι δυνατές αναπροσαρμογές ώστε τα Ιδρύματα στην Ελλάδα να επωφεληθούν από χρηματοδοτικούς μηχανισμούς που ενισχύουν την καινοτομία και την συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Όμως, τα δημόσια ιδρύματα θα πρέπει να προσέλθουν σε αυτή τη συνεργασία με τη μορφή ενός θεσμικά θωρακισμένου δικτύου για πολλούς λόγους: Πρώτον, για να διατηρήσουν τον δημόσιο χαρακτήρα τους και να μην είναι ευάλωτα απέναντι σε ιδιοτελή συμφέροντα· δεύτερον, για να οικοδομηθεί «ικανότητα» που ενδεχομένως θα προσελκύσει την υγιή και καινοτόμο επιχειρηματικότητα· και τρίτον, για να μετασχηματισθεί το παραγωγικό μοντέλο προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας. Ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας είναι απαραίτητος διότι στο μεγαλύτερο μέρος του, ο παραγωγικός ιστός της χώρας αποτελείται από επιχειρήσεις μικρού μεγέθους και χαμηλής έντασης γνώσης, με αποτέλεσμα την υποτονική ζήτηση, αλλά και τις χαμηλές επενδύσεις στην έρευνα.
Επαναλαμβάνουμε πως οι απαραίτητες αναπροσαρμογές για μία ουσιαστική εμπλοκή με την «αλυσίδα της καινοτομίας» ΔΕΝ σημαίνει ότι αυτό αποτελεί την βάση για την διαμόρφωση πολιτικής στον τομέα της έρευνας, αλλά, αντιθέτως έρχεται να συμπληρώσει τις επιτυχημένες και με μακρά ιστορία διεργασίες μιας πολύμορφης ερευνητικής κουλτούρας.
Δυστυχώς η ευρωπαϊκή πολιτική για την έρευνα παραμένει μεροληπτικά προσανατολισμένη σε δομές μεγάλης και πολύ μεγάλης κλίμακας, ευνοώντας έτσι ορισμένες μόνο κατηγορίες σχημάτων και – με αυτόν τον έμμεσο τρόπο – συμμετεχόντων, τόσο σε επίπεδο κρατών, όσο και σε επίπεδο ιδρυμάτων και μονάδων, αλλά και κλάδων. Επομένως, αν το σκεπτικό αυτό εξακολουθήσει να υιοθετείται σε εθνικό επίπεδο, η συγκρότηση του ενιαίου χώρου ΑΕΙ και ΕΚ θα εγκλωβιστεί στην σχεδόν αποκλειστική επιδίωξη για επενδύσεις από τον ιδιωτικό τομέα και την εξασφάλιση μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων σε ορισμένους μόνο κλάδους, αναπαράγοντας με τον τρόπο αυτό αποκλεισμούς, ανισότητες και ασυμμετρίες. Ένα πραγματικό επίδικο, επομένως, είναι να ξεπεραστεί ο τεχνητός αυτός διαχωρισμός ενόψει της συγκρότησης του ενιαίου χώρου, με γνώμονα την συμβολή στην παραγωγική ανασυγκρότηση, μέρος της οποίας – αλλά όχι κεντρικό άξονα – αποτελούν η εμπορική εκμετάλλευση των όποιων αποτελεσμάτων, η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα και η εξασφάλιση των μεγάλων χρηματοδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από την άποψη αυτή, ένα δεύτερο επίδικο είναι η στρατηγική που χρειάζεται να υιοθετηθεί ώστε να επιτευχθεί κάποια τροποποίηση έστω της ευρωπαϊκής πολιτικής στον τομέα της έρευνας, με τελικό στόχο να αποκατασταθούν ορισμένες στοιχειώδεις ισορροπίες, κυρίως όμως για να εξυπηρετηθεί ο στόχος της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Συνοπτικά, πέρα από τα αναγκαία μέτρα για προσαρμογή της χώρας σε αυτήν την πολιτική, ώστε να μπορεί να διεκδικεί με επιτυχία τα μεγάλα προγράμματα και τις αντίστοιχες χρηματοδοτήσεις τους, χρειάζεται να ανοίξει η συζήτηση για την αναθεώρησή της σε ευρωπαϊκό επίπεδο και την υπέρβαση του τεχνητού διαχωρισμού που καταλήγει στην αναπαραγωγή μιας σειράς ανισοτήτων τόσο μεταξύ των χωρών, όσο και στο εσωτερικό τους, αλλά και μεταξύ διαφορετικών κλάδων.
ΙΙ. Η στοχευμένη χρηματοδότηση ως όργανο εθνικής στρατηγικής στην εκπαίδευση και την έρευνα
Βασικό σκεπτικό:
Η εθνική πολιτική για την Έρευνα και την Καινοτομία δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στα προγράμματα ΕΣΠΑ. Με δεδομένη τη διαχειριστική δυσκαμψία και την αποκλίνουσα στόχευση που αυτά τα προγράμματα, απαραίτητη προϋπόθεση για να αρθρωθεί μια εθνική στρατηγική είναι η δημιουργία ενός Εθνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας –που, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα.
Το Ίδρυμα θα είναι επιφορτισμένο με: (α) την οικονομική ενίσχυση της έρευνας στα ερευνητικά και τα ακαδημαϊκά ιδρύματα, αλλά και στους κλάδους όπου η έρευνα δεν υφίσταται ακόμη σε επίπεδο ερευνητικών κέντρων· (β) την υποστήριξη της δικτύωσης των ερευνητικών και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, αλλά και των ερευνητών, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο· (γ) την υποστήριξη της διασύνδεσης ανάμεσα στα ακαδημαϊκά ιδρύματα και τα ερευνητικά κέντρα· (δ) την επεξεργασία εργαλείων από εθνικά κεφάλαια, ευρωπαϊκούς πόρους και δάνεια, για τη χρηματοδότηση της έρευνας σε όλους τους κλάδους, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής και της καλλιτεχνικής έρευνας, καθώς και της έρευνας στις ανθρωπιστικές επιστήμες· (ε) την διασύνδεση με την υγιή, καινοτόμο επιχειρηματικότητα όπου αυτό είναι δυνατό, διευκολύνοντας την αξιοποίηση εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων· (στ) την συμβολή στην αξιοποίηση μη εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων, που μπορούν όμως να έχουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα σε διάφορους τομείς και να συμβάλουν με έμμεσο τρόπο στην παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη της χώρας.
Βασικές προτεραιότητές του θα πρέπει είναι η κάλυψη των ερευνητικών αναγκών (μισθοί, αναλώσιμα), η δικτύωση των ερευνητικών και ακαδημαϊκών μονάδων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, η συμβολή στην αξιοποίηση μη εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων, αλλά και η διασύνδεση των εμπορικά εκμεταλλεύσιμων με την υγιή, καινοτόμο επιχειρηματικότητα. Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, το Ίδρυμα θα πρέπει να λειτουργεί με απλούς κανόνες, που από τη μία πλευρά διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και από την άλλη ανταποκρίνονται στη ραγδαία πρόοδο που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη επιστήμη. Η διοίκησή του θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία και να εγγυάται αξιόπιστες, αδιάβλητες και διαφανείς διαδικασίες αξιολόγησης των ερευνητικών προτάσεων. Με αυτόν τον τρόπο, τόσο το χρηματοδοτικό σχήμα όσο και ο προγραμματισμός των δράσεών του θα είναι πολύ πιο ευέλικτα, ιδιαίτερα μάλιστα αν το Ίδρυμα λειτουργεί με καθεστώς ΝΠΙΔ.
Ένα Εθνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας το οποίο θα μπορεί, επιπλέον, να επεξεργάζεται πολιτική για την αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων, θα μπορεί να απαλλάξει τόσο τους ερευνητές, όσο και το ακαδημαϊκό προσωπικό από αρμοδιότητες που δεν τους ανήκουν και δεν θα έπρεπε να τους ανήκουν. Με αφορμή, λοιπόν, τη συζήτηση για τον Ενιαίο Χώρο Εκπαίδευσης και Έρευνας χρειάζεται μια συνολική αναθεώρηση της οπτικής από την οποία γίνονται τόσο η συζήτηση για την έρευνα, όσο και η διατύπωση των προτάσεων για την ανάπτυξη της πολιτικής σε αυτόν τον τομέα, έτσι ώστε να ξεπεραστούν οι τεχνητές διαιρέσεις και η μονόπλευρη έμφαση σε ορισμένη μόνο κατεύθυνση, διότι μέχρι σήμερα έχουν αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη πολλών κλάδων, αγνοώντας την ευρύτερη σημασία τους και περιορίζοντας τις δυνατότητές τους να συμβάλουν στην ανασυγκρότηση με στόχο την ανάπτυξη.
Υποδείγματα καλής πρακτικής: Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οργανισμοί ερευνητικής χρηματοδότησης διακρίνονται σε κρατικούς και μη. Για πολλούς λόγους, το πιο πρόσφορο σύστημα για την Ελλάδα, που μαστίζεται από πελατειακές σχέσεις ανάμεσα στις διοικήσεις των ΑΕΙ/ΕΚ και τη δημόσια αρχή, είναι το δεύτερο. Το πιο καλό παράδειγμα οργανισμού με μορφή ΝΠΙΔ είναι ο Γερμανικός Οργανισμός Ερευνητικής Χρηματοδότησης (DFG; www.dfg.de/en). Ο DFG υποστηρίζει όλους τους κλάδους των θετικών και των ανθρωπιστικών επιστημών. Στη διοίκησή του συμμετέχουν Πανεπιστήμια, ΕΚ, Επιστημονικές Ενώσεις και Ακαδημίες Επιστημών. Ο DFG αντλεί το μεγαλύτερο ποσοστό των πόρων του από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και τα Κρατίδια της Γερμανίας, τα οποία εκπροσωπούνται σε όλες τις επιτροπές. Ταυτόχρονα, το σύστημα ψηφοφορίας και οι διαδικαστικοί κανόνες εγγυώνται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται δημοκρατικά και με γνώμονα την αριστεία.
Υλοποίηση: Είναι γνωστό ότι ο Τομέας Έρευνας και Καινοτομίας του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κινείται ήδη προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου φορέα ερευνητικής χρηματοδότησης μέσα στο 2016. Για να υλοποιηθεί αυτό το σχέδιο, κρίνεται απαραίτητη η ψήφιση ειδικού νόμου που θα προβλέπει τη δημιουργία του Ιδρύματος και θα περιγράφει το νομικό και διοικητικό καθεστώς του.
ΙΙΙ. Η οριζόντια κινητικότητα μελών ΔΕΠ Πανεπιστημίων, ΤΕΙ και ΕΚ ως μέθοδος δημιουργίας κρισίμων μαζών
Βασικό σκεπτικό: Υπό συνθήκες κρίσης εμφανίζονται τεράστια ελλείμματα διδακτικού προσωπικού στα ΑΕΙ. Από την άλλη πλευρά, σε αρκετά ΕΚ οι ερευνητικές ομάδες που ενεργοποιούνται σε ορισμένες θεματικές δεν συνιστούν κρίσιμη μάζα. Αυτή τη στιγμή, μόνο ένα μικρό ποσοστό ερευνητών έχουν ταυτόχρονα διδακτικές ευθύνες στα Πανεπιστήμια (κυρίως στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών). Για να καλυφθούν όμως οι ανάγκες στο επίπεδο των προπτυχιακών σπουδών και στο επίπεδο της κάλυψης κρισίμων μαζών στα ΕΚ, θα πρέπει να θεσμοθετηθεί είτε η ελεύθερη μετακίνηση ερευνητών των ΕΚ προς ΑΕΙ και αντίστροφα είτε η διπλή ιδιότητα (καθεστώς οργανικής και μακροπρόθεσμης συνεργασίας, με πολυετή δέσμευση και δυνατότητα ανανέωσης) προκειμένου περί «ζευγών» που περιλαμβάνουν ένα πανεπιστημιακό Τμήμα και ένα συγκεκριμένο Ερευνητικό Ινστιτούτο). Εννοείται ότι η μακροχρόνια συνεργασία με δύο διαφορετικά ιδρύματα που περιγράφεται παρακάτω αφορά ένα καθεστώς παράλληλης άσκησης κυρίων καθηκόντων και δεν νοείται ως υποκατάστατο της «κλασσικής» εκπαιδευτικής αδείας.
Πέρα από τη στρατηγική της σημασία για την ενίσχυση και τη βιωσιμότητα του ερευνητικού ιστού, η ώσμωση ανάμεσα σε ΑΕΙ και ΕΚ αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ισοτιμίας πανεπιστημιακών και ερευνητών και ικανοποιεί το πάγιο αίτημα «ίση αμοιβή για ίση εργασία» -χωρίς να εξομοιώνει μέλη προσωπικού που εμπλέκονται με διαφορετικό τρόπο στο εκπαιδευτικό-ερευνητικό οικοσύστημα.
Το θεσμικό πλαίσιο της οριζόντιας κινητικότητας ή της διπλής ιδιότητας θα πρέπει να προβλέπει κανόνες που διαμορφώνουν ένα ελκυστικό περιβάλλον καθώς και συγκεκριμένα κίνητρα, διότι το καθεστώς της διπλής απασχόλησης είναι εξ ορισμού πιο εντατικό και πιο απαιτητικό από το ισχύον. Μέτρα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση είναι οι διευκολύνσεις στους κανόνες χρηματοδότησης των συνεργατικών ερευνητικών προγραμμάτων, η ακαδημαϊκή αναβάθμιση και -αν οι συνθήκες το επιτρέπουν- η χορήγηση πρόσθετων. Μερικές συγκεκριμένες ιδέες σε αυτόν τον άξονα είναι οι εξής:
α) Η πριμοδότηση της συνεργατικής έρευνας ανάμεσα στα μέλη των ΑΕΙ και των ΕΚ μέσω του Εθνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας-όπως συμβαίνει στην περίπτωση του DFG.
β) Η ελαστικοποίηση των κανόνων διαχείρισης των συνεργατικών ερευνητικών προγραμμάτων (παραδείγματος χάρη, η ευχερέστερη μεταφορά κονδυλίων από τον κωδικό των αμοιβών στον κωδικό των αναλωσίμων ή αντίστροφα).
γ) Η θέσπιση πρότυπων, μικτών μεταπτυχιακών προγραμμάτων, που ενισχύονται από την Πολιτεία.
Η μετάβαση από το ισχύον καθεστώς στο καθεστώς της ελεύθερης μετακίνησης ή της διπλής ιδιότητας θα πρέπει να γίνει με ιδιαίτερη προσοχή, για να μην καταστεί ο Ενιαίος Χώρος ερμητικά «κλειστός» σε νέους επιστήμονες. Επίσης, θα πρέπει να υπάρξουν ρυθμίσεις ως προς τον αριθμό των μετακινουμένων, ώστε να ελέγχονται οι ροές προς μονάδες στις οποίες παρατηρείται μεγάλη δυσαρμονία ανάμεσα στη ζήτηση και την προσφορά. Ένας κανόνας για να ελεγχθούν τέτοιες τάσεις θα ήταν οι συνολικές μετακινήσεις προσωπικού προς έναν φορέα να μην ξεπερνούν ένα ορισμένο ποσοστό που θα συμπληρώνεται -όταν και όπου αυτό καθίσταται δυνατόν- με προσλήψεις νέου προσωπικού. Σε αυτό το στιγμιότυπο, δεν κρίνεται σκόπιμο να υιοθετηθεί η εσωτερική κινητικότητα εντός των ΑΕΙ και των ΕΚ (π.χ., μείωση των μόνιμων θέσεων εις όφελος των μη μόνιμων ή μετακίνηση προσωπικού από τα ιδρύματα της περιφέρειας προς το κέντρο).
Υποδείγματα καλής πρακτικής: Στα Πανεπιστήμια και τα ΕΚ του εξωτερικού το καθεστώς της διπλής ιδιότητας είναι σύνηθες, αλλά περιλαμβάνει ειδικές πρόνοιες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δύο ή περισσότερες μονάδες (ΑΕΙ-ΕΚ) δημιουργούν μία νέα θέση που περιγράφεται ως θέση με διπλή ιδιότητα, διαφημίζουν τη θέση σε διεθνή περιοδικά, και από κοινού επιλέγουν τον κατάλληλο υποψήφιο. Άλλη διαδικασία είναι δύο ή περισσότερες μονάδες να δημιουργήσουν μία θέση για έναν συγκεκριμένο υποψήφιο (στοχευμένη πρόσληψη), ή, σε άλλη περίπτωση, να εκδηλώσει ενδιαφέρον με δική του πρωτοβουλία ένα μέλος του προσωπικού για τη δημιουργία μίας τέτοιας θέσης. Σε οποιαδήποτε από αυτά τα σενάρια, το γενικό σχέδιο για τον διορισμό συνομολογείται από τα Όργανα του Πανεπιστημίου και του ΕΚ. Το Τμήμα ή το Ινστιτούτο στα οποία θα αναφέρεται η/ο επιστήμονας που προσλαμβάνεται σε θέση με διπλή ιδιότητα είναι σαφώς καθορισμένα. Εάν η θέση διπλής ιδιότητας περιλαμβάνει διαφορετικές κλίμακες μισθών, οι μισθοί σε κάθε μονάδα αναφέρονται σαφώς. Η πρόσβαση του μέλους σε πόρους και υποδομές της κάθε μονάδας (π.χ. χώροι γραφείων, διοικητική υποστήριξη, χρηματοδότηση εκκίνησης ερευνητή, καθοδήγηση και υποστήριξη μεταπτυχιακών φοιτητών) καθορίζεται επίσης εξαρχής στο σχετικό συμφωνητικό και μπορεί να διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση.
Υλοποίηση: Η υλοποίηση της οριζόντιας κινητικότητας και της διπλής ιδιότητας είναι άμεσα εφαρμόσιμα μέτρα, που έχουν όμως κάποια μικρή δημοσιοοικονομική επιβάρυνση. Όσον αφορά την οριζόντια κινητικότητα, υπάρχει επίσης μία νομικής φύσης δυσκολία, καθώς τα θεσμικά καθεστώτα των ΑΕΙ και των ΕΚ είναι διαφορετικά. Επομένως, για να εξασφαλισθεί η δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης από το ένα είδος ιδρυμάτων στο άλλο θα πρέπει να υπάρξει συνταγματική πρόνοια. Με αυτά τα δεδομένα, θα ήταν σκόπιμο σε πρώτη φάση να υιοθετηθεί το καθεστώς της διπλής ιδιότητας και σε δεύτερο χρόνο η ελεύθερη μετακίνηση προσωπικού μεταξύ διαφορετικών μονάδων.
Οι συμπράξεις ανάμεσα σε διάφορους φορείς –που διατηρούν στο ακέραιο τη διοικητική αυτονομία τους, αλλά είναι λειτουργικά διασυνδεδεμένοι- πρέπει να είναι θεσμικά κατοχυρωμένες και να προβλέπουν κίνητρα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Αυτό συνεπάγεται:
α) Αποτύπωση των νέων ρυθμίσεων στους οδηγούς εφαρμογής (ΕΣΠΑ και Εθνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας).
β) Μέριμνα για το ύψος και τις προϋποθέσεις οικονομικών απολαβών, ώστε να μην καταστρατηγείται το Σύνταγμα και να μην αδικούνται εκείνοι που προσφέρουν ανάλογο έργο.
γ) Σχεδιασμό για την ίδρυση πρότυπων, μικτών μεταπτυχιακών προγραμμάτων, μόνο υπό συγκεκριμένες γεωγραφικές, θεματικές και ποιοτικές προϋποθέσεις, ώστε να μην παρατηρηθούν επικαλύψεις και κατασπατάληση πόρων.
Η ίδρυση νέων πρότυπων μεταπτυχιακών προγραμμάτων με τη συμμετοχή ΑΕΙ και ΕΚ θα πρέπει να γίνει κατά στάδια. Καταρχήν, τα νέα μεταπτυχιακά προγράμματα θα πρέπει να είναι λίγα στον αριθμό, για να διασφαλισθεί η ποιότητά τους και να υπάρξει η δυνατότητα οικονομικής ενίσχυσής τους από την Πολιτεία.
IV. Η συγκρότηση Εικονικών Ινστιτούτων (virtual institutes) ως μέθοδος δικτύωσης ακαδημαϊκών και ερευνητικών μονάδων
Βασικό σκεπτικό: Η ίδρυση Εικονικών Ινστιτούτων (virtual institutes), που περιλαμβάνουν θεματικά συγγενείς ομάδες σε ΑΕΙ και ΕΚ ανεξάρτητα από γεωγραφική περιοχή, είναι ένας πολλαπλά χρήσιμος θεσμός: Πρώτον, δεν προϋποθέτει νέες υποδομές και μετακινήσεις (αφού προϋποθέτει μόνο δια-δικτυακή επικοινωνία) εξοικονομεί πόρους· δεύτερον, η στενή συνεργασία ανάμεσα σε διαφορετικές ερευνητικές ομάδες που έχουν κοινά ενδιαφέροντα ενδυναμώνει την έρευνα που διεξάγεται σε διάφορους ερευνητικούς «κόμβους», την αναβαθμίζει και εξουδετερώνει τη γεωγραφική απομόνωση· τρίτον, η συνεργασία αυτού του τύπου δημιουργεί κρίσιμες μάζες που μπορούν σε δεύτερο χρόνο να διεκδικήσουν με αξιώσεις ανταγωνιστική χρηματοδότηση.
Η ίδρυση εικονικών ινστιτούτων, ιδιαίτερα σε διάφορους κλάδους των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, αλλά και στους καλλιτεχνικούς κλάδους, όπου δεν υπάρχουν ερευνητικά κέντρα, εκτός βέβαια από το ΕΚΚΕ, μπορεί να παίξει έναν προωθητικό ρόλο. Υπάρχουν, όμως, εργαστήρια που πραγματοποιούν έρευνες και επομένως μπορεί η επιδιωκόμενη διασύνδεση και ο συντονισμός, να επιτευχθούν – σε πρώτη φάση – με την ίδρυση εικονικών ινστιτούτων μεταξύ πανεπιστημιακών τμημάτων ή εργαστηρίων, με την υποστήριξη του Εθνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας και τη συμμετοχή του ΕΚΚΕ, ώστε να εξασφαλιστούν διακλαδικές και διεπιστημονικές συνεργασίες. Στους καλλιτεχνικούς κλάδους, μπορεί να υποστηριχθεί η σύνδεση με ερευνητικά τμήματα ή διευθύνσεις μουσείων που πραγματοποιούν έρευνες και μπορεί να εξασφαλιστεί η διασύνδεση ακόμη και με μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, οι οποίοι αναγνωρίζονται από το Υπουργείο Πολιτισμού και έχουν συμβολή στην έρευνα (π.χ. στον τομέα της μουσικής, υπάρχει το Ινστιτούτο Έρευνας Μουσικής & Ακουστικής). Με ανάλογο τρόπο χρειάζεται να προσεγγιστεί και η πρόταση για την ανάπτυξη ερευνητικών υποδομών ανοικτής πρόσβασης.
Ο ρόλος των Εικονικών Ινστιτούτων θα μπορούσε να είναι καταλυτικός στην προώθηση της συνεργατικής έρευνας, εξασφαλίζοντας διεπιστημονικές συνεργασίες σε όλο το φάσμα της επιστήμης και (προς)καλώντας σε συνεχή αλληλεπίδραση την ερευνητική κοινότητα. Επίσης, η συμβολή τους θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντική σε διάφορους κλάδους των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, αλλά και στους καλλιτεχνικούς κλάδους, όπου δεν υπάρχουν δομές ανάλογες των ΕΚ. Ένας άλλος σημαντικός ρόλος τους θα μπορούσε να είναι η ενημέρωση-εκπαίδευση του ευρύτερου κοινού μέσω ειδικών προγραμμάτων και συμμετοχής σε δημόσιες εκδηλώσεις (δράσεις του τύπου Science and Society). Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτύχει αυτός ο θεσμός είναι η πρόνοια για μια στοιχειώδη διοικητική δομή που θα ρυθμίζει τις δραστηριότητες του κάθε Ινστιτούτου (π.χ., μια ολιγομελής επιστημονική επιτροπή).
Υποδείγματα καλής πρακτικής: Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχημένης εφαρμογής των εικονικών ινστιτούτων σε μεγάλη κλίμακα είναι το Solar System Exploration Research Virtual Institute (sservi.nasa.gov). Η NASA δημιούργησε το SSERVI για να διερευνήσει ερωτήματα βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας, να υποστηρίξει ερευνητές από ένα ευρύ φάσμα ιδρυμάτων και να διευκολύνει συνεργασίες με διεθνείς εταίρους μέσω της εικονικής τεχνολογίας. Σε μικρότερη κλίμακα, εικονικά ινστιτούτα υπάρχουν σε πολλά δίκτυα ερευνητικής συνεργασίας χρηματοδοτούμενα από ευρωπαϊκά προγράμματα (π.χ., Epigenome Network of Excellence (NoE) http://www.epigenome.eu/en/4,11,0 και το European Virtual Institute for Research in Forensic Genetics, www.euroforgen.eu), αλλά και δίκτυα που εστιάζονται στην εκπαιδευτική πολιτική.
Υλοποίηση: Τα μέτρα είναι άμεσα εφαρμόσιμα και δεν συνεπάγονται ιδιαίτερο δημοσιοοικονομικό κόστος. Όπως τονίστηκε όμως παραπάνω, ο σχεδιασμός για την ίδρυση εικονικών ινστιτούτων θα πρέπει να λάβει υπόψη συγκεκριμένες θεματικές και ποιοτικές προϋποθέσεις. Πρέπει επίσης να διερευνηθεί ποια Αρχή θα αξιολογεί προτάσεις για την ίδρυση τέτοιων φορέων.
V. Η ανάπτυξη ερευνητικών υποδομών και η ανοιχτή πρόσβαση ως πολλαπλασιαστές της ερευνητικής απόδοσης
Βασικό σκεπτικό: Οι ερευνητικές υποδομές είναι διεθνώς ο «τόπος συνάντησης» ερευνητών από ΕΚ και Πανεπιστήμια, καθώς και μεταπτυχιακών φοιτητών με μεταδιδακτορικούς συνεργάτες. Στην Ελλάδα, τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ διαθέτουν μικρής και μεσαίας κλίμακας υποδομές που συμπληρώνουν τις αντίστοιχες υποδομές των ΕΚ. Εν τούτοις, σε ορισμένα επιστημονικά πεδία έχουν καταγραφεί ελλείψεις – ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά δραστηριότητες που προϋποθέτουν μεγαλύτερης κλίμακας υποδομές, οι οποίες χρειάζονται σημαντικές επενδυτικές δαπάνες. Έχει επίσης παρατηρηθεί ερευνητικές υποδομές να βρίσκονται κάτω από ένα ιδιότυπο καθεστώς «προσωπικής ιδιοκτησίας», ή να επικαλύπτουν η μία την άλλη, απουσία στρατηγικού σχεδιασμού και κανονιστικού πλαισίου. Για αυτούς τους λόγους, είναι πολύ σημαντικό να διασφαλιστεί η βέλτιστη αξιοποίηση των υφιστάμενων ερευνητικών υποδομών μέσω της ανοιχτής πρόσβασης στην ερευνητική κοινότητα και ο ορθολογικός σχεδιασμός ανάπτυξης νέων υποδομών, στην κατεύθυνση της συμπληρωματικότητας και της εξοικονόμησης πόρων.
Ταυτόχρονα, υπάρχει έδαφος γόνιμης συνεργασίας για την διασφάλιση πρόσβασης ερευνητών, ακαδημαϊκών φορέων, ΕΚ και στελεχών της βιομηχανίας τόσο σε εθνικό, όσο και σε περιφερειακό και σε διεθνές επίπεδο. Κάτι τέτοιο θα δημιουργήσει προστιθέμενη αξία σε όρους αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού και ολοκλήρωσης φιλόδοξων ερευνητικών σχεδίων.
Οι ερευνητικές υποδομές αποτελούν επίσης ένα από τα σημαντικότερα στηρίγματα του συστήματος έρευνας και καινοτομίας. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την παραγωγική αξιοποίησή τους είναι η προτεραιοποίηση με γνώμονα τα κριτήρια που οριοθετούνται στο πλαίσιο ενός μακρόπνοου, Εθνικού Οδικού Χάρτη (με συντονισμένη, ανοιχτή και διαφανή διαδικασία, με αξιολόγηση βασισμένη στα ευρωπαϊκά πρότυπα και στρατηγική προτεραιοποίηση η οποία αναδεικνύει τη διασύνδεσή τους με τις στρατηγικές προτεραιότητες της χώρας). Οι επενδύσεις σε Ερευνητικές Υποδομές θα πρέπει να βασίζονται σε μακρόπνοο σχεδιασμό και σταθερά θεμέλια επιστημονικών και στρατηγικών προτεραιοτήτων προκειμένου να διασφαλιστεί η ενίσχυση υφιστάμενων ερευνητικών υποδομών εθνικής σημασίας καθώς και η ανάπτυξη νέων υποδομών, όπου απαιτούνται δημιουργώντας ελκυστικό περιβάλλον για την έρευνα και την ανάπτυξη υπό το πρίσμα της διεθνούς συνεργασίας και προώθησης της αριστείας. Ο Οδικός Χάρτης Ερευνητικών Υποδομών αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία των ερευνητικών υποδομών και θέτει τις προϋποθέσεις για μακροπρόθεσμες επενδύσεις σημαντικής δημόσιας χρηματοδότησης και μόχλευση αυξημένων ιδιωτικών πόρων.
Υποδείγματα καλής πρακτικής: Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Ευρωπαϊκός Οδικός Χάρτης Ερευνητικών Υποδομών (ESFRI, ec.europa.eu/research/infrastructures) διαμορφώνεται και αναθεωρείται τώρα με στόχο τη δημιουργία ενός ελκυστικού περιβάλλοντος στην Ευρώπη για την έρευνα και την ανάπτυξη, υπό το πρίσμα της διεθνούς συνεργασίας. Ελληνικές ερευνητικές ομάδες και φορείς (κυρίως ΕΚ αλλά και ΑΕΙ) συμμετέχουν ήδη στα περισσότερα έργα προπαρασκευαστικής φάσης, αλλά και στην κατασκευαστική φάση των Ερευνητικών Υποδομών ESFRI.
Υλοποίηση: Ορισμένα από τα μέτρα που προτείνονται (ανοιχτή πρόσβαση) είναι άμεσα υλοποιήσιμα και δεν έχουν οικονομική επιβάρυνση. Ωστόσο, η ανάπτυξη νέων υποδομών χρειάζεται νέα κονδύλια από ευρωπαϊκούς ή ιδιωτικούς φορείς. Σε ό,τι αφορά στο επενδυτικό σκέλος, η Πολιτεία, σε συνεργασία με το αντίστοιχο ερευνητικό οικοσύστημα, διαμορφώνει το κύριο πλαίσιο χρηματοδότησης των Ερευνητικών Υποδομών, κατ’ αντιστοιχία με τις πρακτικές που εφαρμόζονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο υλοποίησης του εθνικού Οδικού Χάρτη βάσει του Ηorizon 2020. Ειδικότερα, εξετάζεται τώρα η πολιτική πρόσβασης στην κάθε Υποδομή, με βάση την αντίστοιχη «διακυβέρνηση» από τους φορείς υλοποίησης και λειτουργίας, με τρόπο τέτοιο ώστε να υπάρχουν στοιχεία βιωσιμότητας, αλλά και τα αναμενόμενα κοινωνικο- οικονομικά οφέλη.
Η ανάπτυξη και η ανοιχτή πρόσβαση σε εθνικές υποδομές θα πρέπει να αποτυπωθεί άμεσα στους Εσωτερικούς Κανονισμούς των ΕΚ και των ΑΕΙ. Ένα πλήρες Μητρώο Ερευνητικών Υποδομών και Υποδομών Καινοτομίας όπου θα αποτυπώνονται όλα τα δομικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά τους, η επενδυτική ροή καθώς και ο τρόπος πρόσβασης και χρήσης, αποτελεί σημαντική παράμετρο επιτυχίας του όλου εγχειρήματος. Επίσης, κρίνεται σημαντική η παράλληλη και συμπληρωματική ως προς τις ερευνητικές υποδομές σύσταση Εργαστηρίων-Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών ή άλλων υποδομών καινοτομίας.
VI. Αναβάθμιση ΤΕΙ και σχέσεις με Πανεπιστήμια και ΕΚ.
Βασικό σκεπτικό: Στην αρχιτεκτονική του εκπαιδευτικού-ερευνητικού
οικοσυστήματος έχουν καταγραφεί αρκετά δομικά προβλήματα:
-Υπάρχουν ΤΕΙ που είναι συνώνυμα με πανεπιστημιακά ή πολυτεχνικά Τμήματα και Σχολές.
-Ορισμένα Τμήματα δεν αναφέρονται σε κάποια συγκεκριμένη γνωσιακή περιοχή, αλλά σε μεθοδολογίες που προσιδιάζουν στην απόκτηση δεξιοτήτων και την κατάρτιση.
-Μεγάλος αριθμός Τμημάτων βρίσκονται διασκορπισμένα στην επικράτεια, χωρίς να λαμβάνεται μέριμνα για τη διοικητική και λειτουργική συνοχή τους.
-Έχει προταθεί η ίδρυση νέων πανεπιστημιακών Σχολών και ερευνητικών Ινστιτούτων –ιδίως σε παραμεθόριες περιοχές- χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς η σκοπιμότητά τους και ο ρόλος τους στο όλο οικοσύστημα.
-Ιδιαίτερα στη σφαίρα των βιοϊατρικών επιστημών, εμφανίζεται διπλασιασμός και τριπλασιασμός της ίδιας θεματικής περιοχής μέσα σε μια γεωγραφική επιφάνεια λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Οι στρεβλώσεις που απαριθμούνται παραπάνω έχουν την ιστορική τους εξήγηση. Η πολιτική διεύρυνσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης που ακολουθήθηκε και χρηματοδοτήθηκε από το 1994 μέχρι και το 2009 στα πλαίσια των επιχειρησιακών ευρωπαϊκών προγραμμάτων ΕΠΕΑΕΚ είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία 168 νέων τμημάτων ΑΕΙ στην Ελλάδα (90 στα Πανεπιστήμια και 78 στα ΤΕΙ). Τα νέα Τμήματα ιδρύθηκαν με την επίκληση ενός αμφίβολης στόχευσης «εθνικού σχεδίου» και για αυτόν τον λόγο σε πολλές περιπτώσεις οδήγησε στην όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα σε περιφερειακά και κεντρικά ΑΕΙ, σε Τμήματα υψηλής και χαμηλής ζήτησης και σε τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ του ίδιου γνωστικού αντικειμένου. Κομματικές προτεραιότητες και πιέσεις παραγόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης οδήγησαν στη διασπορά πολλών νέων τμημάτων σε διάφορες πόλεις και κωμοπόλεις της Ελλάδας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αρωγοί σε αυτή τη διαδικασία ήταν και οι Διοικήσεις των ιδρυμάτων, καθώς και μέλη ΔΕΠ/ΕΠ που ανέλαβαν την υλοποίηση της διεύρυνσης.
Η διεύρυνση, πέρα από την χωρίς σοβαρό σχεδιασμό χωροταξική διασπορά των τμημάτων που ιδρύθηκαν, είχε και τις παρακάτω βασικές παρενέργειες: (α) ιδρύθηκαν τμήματα με εξαιρετικά ειδικευμένο αντικείμενο, για να μπορέσουν να διαφοροποιηθούν σε σχέση με τα άλλα τμήματα του ίδιου Ιδρύματος, (β) πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός Τμημάτων των οποίων το αντικείμενο ήταν «δημοφιλές» στην αγορά εργασίας (π.χ. Πληροφορική), (γ) προέκυψαν ιδρύματα με απαράδεκτα μικρό αριθμό Τμημάτων (π.χ. Πανεπιστήμιο Στερεάς Ελλάδας με δύο μόλις Τμήματα – συνεχίζει με άλλη μορφή μετά το σχέδιο «ΑΘΗΝΑ»), (δ) προέκυψαν παραρτήματα Ιδρυμάτων με ένα ή δύο απομονωμένα τμήματα. Το γεγονός αυτό έβλαψε περισσότερο τον πιο «αδύναμο κρίκο» της Ανώτατης Εκπαίδευσης, δηλαδή τα ΤΕΙ.
Πέρα από τα προβλήματα στην ποιότητα και την κατανομή των εκπαιδευτικών- ερευνητικών μονάδων, συν τω χρόνω, δημιουργήθηκαν επίσης μεγάλες διαφορές στα διοικητικά σχήματα ΑΕΙ-ΕΚ και ΕΚ-ΕΚ. Ένα εκσεσημασμένο παράδειγμα ασυμμετρίας στο σχήμα διοίκησης είναι τα Ινστιτούτα της Ακαδημίας Αθηνών, που διέπονται από εντελώς διαφορετικό καθεστώς από ό,τι οι ερευνητικοί φορείς που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ.
Οι διαφορές στο σχήμα διοίκησης ανάμεσα στα ΑΕΙ και τα ΕΚ δικαιολογούνται συνήθως με το επιχείρημα ότι τα δεύτερα είναι «στρατευμένα» ή «εξειδικευμένα» σε μια εθνική στρατηγική έρευνας (mission-led research), ενώ τα πρώτα είναι συγκροτημένα στη βάση της «ελεύθερης έρευνας». Το επιχείρημα αυτό ίσως να είχε μια βάση τη δεκαετία του 1960 έως το 1980, αλλά είναι ελάχιστα πειστικό υπό τις σημερινές συνθήκες: Τα περισσότερα ΕΚ είναι πλέον πολυθεματικά, ενώ οι ερευνητικές μονάδες στα Πανεπιστήμια διαμορφώνονται κυρίως με βάση τη χρηματοδότηση από ευρωπαϊκές πηγές και ως εκ τούτου δεν διεξάγουν κατ’ ανάγκη «blue sky research».
Είναι πρόδηλο ότι τα θέματα που ετέθησαν παραπάνω συναρτώνται με πολλά άλλα, όπως το ζήτημα της επαγγελματικής εκπαίδευσης στο σύνολό της, το ζητούμενο της περιφερειακής ανάπτυξης, το πρόβλημα της ανεργίας των νέων και το κόστος για τη de novo δημιουργία υποδομών. Όλα αυτά τα ζητήματα χρειάζονται προσεκτική μελέτη. Σε βραχυ-μεσοπρόθεσμη βάση, εκσεσημασμένα προβλήματα (όπως π.χ., η λειτουργία ΤΕΙ που προσελκύουν ελάχιστους φοιτητές ή ταυτίζονται θεματικά με αντίστοιχα πανεπιστημιακά Τμήματα) πρέπει να αντιμετωπισθούν με ένα πρόγραμμα λελογισμένων συγχωνεύσεων. Ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν η συγχώνευση ομώνυμων/ομολόγων μονάδων. Για τα Πανεπιστήμια, το ελάχιστο που θα έπρεπε να προωθηθεί άμεσα είναι η ενοποίηση ομοειδών Τμημάτων που βρίσκονται σε ιδρύματα της ίδιας γεωγραφικής ζώνης, αλλά ανήκουν σε διαφορετικά ιδρύματα.
Σε ό,τι αφορά τα ΕΚ, ένα πολύ σημαντικό βήμα θα αποτελούσε η θεσμοθέτηση ενός ενιαίου διοικητικού καθεστώτος που θα συνέβαλε στον εκσυγχρονισμό του πλαισίου της εσωτερικής λειτουργίας τους και ταυτόχρονα στη δημιουργία ενός ενιαίου περιβάλλοντος στον χώρο της έρευνας. Τα ΕΚ, κατά αντιστοιχία προς το διοικητικό καθεστώς των ΑΕΙ, θα μπορούσαν σταδιακά να προσαρμοσθούν σε ένα μοντέλο διαχείρισης όπου το επιστημονικό προσωπικό, οι εργαζόμενοι και οι απασχολούμενοι μεταπτυχιακοί και μεταδιδακτορικοί υπότροφοι θα έχουν σημαντικότερο ρόλο.
Υποδείγματα καλής πρακτικής: Τα παραπάνω μέτρα ισχύουν περίπου σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.
Υλοποίηση: Τα μέτρα που προτείνονται έχουν σημαντικά δημοσιονομικά οφέλη και ορισμένα εξ αυτών είναι άμεσα εφαρμόσιμα. Παρόλα ταύτα, η αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που περιγράφτηκαν πρέπει να γίνει με απόλυτα θεσμικό και συναινετικό τρόπο, υιοθετώντας δύο βασικούς κανόνες:
α) οι όποιες αναδιαρθρώσεις θα πρέπει να εγγυώνται τα εργασιακά δικαιώματα του προσωπικού,
β) η ομογενοποίηση και ο εξορθολογισμός των κανόνων θα πρέπει να γίνει με την προοπτική της περαιτέρω ανάπτυξης των υπαρχουσών θεματικών και την εξασφάλιση της ποιότητας.
Προκειμένου περί αναδιατάξεων που αφορούν τα ΤΕΙ, προτείνεται να διαμορφωθούν κριτήρια αξιολόγησης για την πιστοποίηση του κάθε Τμήματος ως προς την ποιότητα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, την ερευνητική δραστηριότητα του προσωπικού, τον αριθμό του προσωπικού, τις υποδομές και τις αναλογίες μελών ΕΠ προς φοιτητές.
Μία ολιγομελής επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τα παραπάνω στοιχεία και εντός προθεσμίας που θα θέσει στα Τμήματα να διαβουλευθεί μαζί τους για το ενδεχόμενο ένταξής τους σε μία από τις εξής τρεις κατηγορίες:
α) Αυτά πού είναι (ακαδημαϊκώς) ισοδύναμα με υφιστάμενα Πανεπιστημιακά Τμήματα, ή καλύπτουν επιστημονικά πεδία που δεν θεραπεύονται σε Πανεπιστημιακά Ιδρύματα. Τα Τμήματα που θα ενταχθούν στην κατηγορία αυτή θα έχουν άμεσα το δικαίωμα να οργανώσουν σπουδές 3ου κύκλου.
β) Αυτά που δεν πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις, αλλά θα μπορούσαν να τις καλύψουν στη διάρκεια μιας τριετίας (όχι απαραίτητα στο τέλος της).
γ) Αυτά που λόγω του επιστημονικού αντικειμένου που υπηρετούν, του μεγέθους τους, ή άλλων αδυναμιών δεν είναι ισοδύναμα με αυτοδύναμα πανεπιστημιακά Τμήματα. Τα Τμήματα αυτά που εντάσσονται στην πρώτη κατηγορία, εφόσον το επιλέξουν, θα μπορούσαν:
α) Να ενταχθούν σε ένα «αντίστοιχο» Πανεπιστημιακό Τμήμα.
β) Να ενταχθούν αυτοτελώς σε ένα Πανεπιστημιακό Τμήμα.
γ) Να παραμείνουν στο ΤΕΙ που βρίσκονται.
Ρυθμίσεις ανάλογες με αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω θα μπορούσαν να ισχύσουν προκειμένου περί Πανεπιστημιακών Τμημάτων που αντιμετωπίζουν προβλήματα ανάλογα με εκείνα που καταγράφονται στα ΤΕΙ.
VII. Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών
Μία από τις πιο κρίσιμες διαδικασίες για την καθιέρωση μιας ουσιαστικής ερευνητικής κουλτούρας είναι τα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ).
Διαπιστώσεις
1. Στα ελληνικά Πανεπιστήμια και ΤΕΙ προσφέρονται σήμερα 737 ΠΜΣ, εκ των οποίων 628 σε Τμήματα των Πανεπιστημίων (85% του συνόλου) και 109 σε Τμήματα των ΤΕΙ (15% του συνόλου).
2. Τα ΠΜΣ αποτελούν ένα κρίσιμο συστατικό της Ανώτατης εκπαίδευσης, καθώς συνδυάζουν την υψηλή εξειδίκευση σε επιμέρους γνωστικά πεδία με την έρευνα που διεξάγεται σε αυτά από το επιστημονικό δυναμικό των ιδρυμάτων και ταυτόχρονα μπορούν να αποτελέσουν μια πύλη εξωστρέφειας του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
3. Αν και η χώρα διαθέτει μια εμπειρία λειτουργίας ΠΜΣ τριών περίπου δεκαετιών, η ανάπτυξη των περισσοτέρων Προγραμμάτων έγινε κατά τα τελευταία χρόνια.
4. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ΠΜΣ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πολύ υψηλού επιπέδου, γεγονός που συμβάλει στην διαμόρφωση εξειδικευμένου προσωπικού και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ανάπτυξης βασισμένης στη γνώση.
5. Σε ένα σημαντικό, όμως, αριθμό ΠΜΣ έχουν παρατηρηθεί εξαιρετικά σοβαρά προβλήματα, τα οποία σχετίζονται με τον μεγάλο αριθμό ΠΜΣ που
λειτουργούν σε ένα Τμήμα, με το ότι συχνά οι διαφοροποιήσεις ως προς το γνωστικό αντικέιμενο διαφορετικών ΠΜΣ ενός Τμήματος είναι δυσδιάκριτες, τα ΠΜΣ όπου αρκετά από τα μαθήματα που διδάσκονται είναι σε επίπεδο των αντίστοιχων προπτυχιακών μαθημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ενασχόληση μελών ΔΕΠ σε διαφορετικά ΠΜΣ δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τη δυνατότητα τους να ασκούν ταυτόχρονα με την απαιτούμενη αφοσίωση και αποτελεσματικότητα τις εκπαιδευτικές τους υποχρεώσεις στα προπτυχιακά μαθήματα όπως και στα ερευνητικά τους καθήκοντα.
6. Από το σύνολο των ΠΜΣ, δωρεάν είναι τα 214 (29%) και με δίδακτρα τα 523 (71%). Στα ΤΕΙ το σύνολο των ΠΜΣ είναι με δίδακτρα.
7. Το ύψος των διδάκτρων κυμαίνεται από λίγες εκατοντάδες ευρώ μέχρι και αρκετά πάνω από 10.000 ευρώ.
8. Το συνολικό ποσό που εισπράττουν όλα τα ΠΜΣ που έχουν δίδακτρα ανέρχεται σε αρκετές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Από αυτά, σύμφωνα με το άρ.8 του Ν.3685/2008, το 25% δίνεται για κάλυψη λειτουργικών εξόδων των Ιδρυμάτων στο πλαίσιο των οποίων λειτουργούν τα ΠΜΣ. Το 10% είναι παρακράτηση των ΕΛΚΕ. Το υπόλοιπο 65% καλύπτει λειτουργικά έξοδα του ίδιου του ΠΜΣ, στα οποία περιλαμβάνονται και αμοιβές προσωπικού.
9. Οι αμοιβές προσωπικού ως ποσοστό των λειτουργικών εξόδων παρουσιάζουν εύρος από 15% έως 100 % του προϋπολογισμού του ΠΜΣ. Ειδικότερα, οι αμοιβές διδασκόντων, σε όσες περιπτώσεις διαχωρίζονται από τις υπόλοιπες αμοιβές, παρουσιάζουν εύρος από 0% (ΠΜΣ με δίδακτρα αλλά χωρίς αμοιβές διδασκόντων) έως πάνω από 90%, του προϋπολογισμού του ΠΜΣ.
Επειδή η τεράστια ανομοιογένεια που παρατηρείται στη δομή αλλά και τη
χρήση των πόρων αρκετών ΠΜΣ, ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει τη συνολικότερη λειτουργία του θεσμού των ΠΜΣ, να υποβαθμίσει την διδασκαλία των προπτυχιακών μαθημάτων και αυτό να έχει εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις στην ποιότητα πολλών υψηλού επιπέδου ΠΜΣ, θα πρέπει να επανακαθοριστούν με σαφήνεια τα ακαδημαϊκά και λειτουργικά κριτήρια των ΠΜΣ, όπως:
1. Οι διαδικασίες με τις οποίες επιλέγεται ένα συγκεκριμένο (και συχνά εξειδικευμένο) επιστημονικό πεδίο για την ίδρυση ενός ΠΜΣ.
2. Συγκεκριμένες προτάσεις συνεργασίας ανάμεσα σε Πανεπιστήμια, ΤΕΙ και ΕΚ για την συγκρότηση και λειτουργία ΠΜΣ.
3. Συγκεκριμένοι τρόποι για την αξιοποίηση μεταδιδακτόρων για τη διδασκαλία των ΠΜΣ.
4. Αν υπάρχει, και ποιος πρέπει να είναι ο ελάχιστος αριθμός μελών ΔΕΠ ενός Τμήματος για να ιδρυθεί ένα αυτοδύναμο ΠΜΣ.
5. Οι ώρες για κάθε εβδομάδα που θα μπορεί να διδάξει ένας μέλος ΔΕΠ σε ΠΜΣ, επιπλέον των τυπικών υποχρεώσεων του χωρίς να παρακωλύονται οι διδακτικές και ερευνητικές του δραστηριότητες.
6. Με ποια κριτήρια θα πρέπει να ορίζεται ο ανώτατος αριθμός ΠΜΣ ανά Τμήμα.
7. Ποια πρέπει να είναι τα κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας των ΠΜΣ, από ποια όργανα, πόσο συχνά και με ποιες διαδικασίες υλοποιείται η αξιολόγηση.
8. Με ποια κριτήρια ένα Τμήμα οργανώνει δωρεάν ΠΜΣ.
9. Με ποια κριτήρια ένα Τμήμα οργανώνει ΠΜΣ με δίδακτρα.
10. Με ποια μέθοδο πρέπει υπολογίζεται το κόστος ενός ΠΜΣ και τι περιλαμβάνει.
11. Με ποια κριτήρια πρέπει να ορίζεται ανώτατο όριο διδάκτρων στα ΠΜΣ.
12. Υποτροφίες με οικονομικά κριτήρια (π.χ. ένας αριθμός δωρεάν θέσεων σε κάθε
ΠΜΣ) να αποτελέσουν μέθοδο στοιχειώδους διασφάλισης του δικαιώματος σε
μεταπτυχιακές σπουδές για φοιτητές με οικονομική αδυναμία.
13. Το ποσοστό των διδάκτρων πρέπει να διοχετεύεται στη φοιτητική μέριμνα και
για υποτροφίες.
14. Το ανώτατο όριο ωριαίας αποζημίωσης των μελών ΔΕΠ για διδασκαλία σε
ΠΜΣ πέρα των βασικών υποχρεώσεων του.
15. Ο υπολογισμός της αμοιβής μελών ΔΕΠ για τα μαθήματα που διδάσκουν
επιπλέον των νόμιμων υποχρεώσεών τους, ο υπολογισμός των λειτουργικών
εξόδων των ΠΜΣ και οι συγκεκριμένες κατηγορίες που περιλαμβάνουν.
16. Οι ενέργειες, διαδικασίες ή ρυθμίσεις των συλλογικών οργάνων των ΑΕΙ που απαιτούνται προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που αναφέρονται και να διασφαλιστεί η ποιότητα και το υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο
των ΠΜΣ.
17. Το θέμα των ξενόγλωσσων ΠΜΣ.
Το Επιστημονικό Συμβούλιο σε κάθε Ινστιτούτο (ΕΣΙ) που θεσμοθετήθηκε πρόσφατα θα πρέπει να διατηρηθεί και να αναβαθμισθεί. Θα πρέπει επίσης να θεσμοθετηθούν η αξιολόγηση των Διευθυντών των ΕΚ και Ινστιτούτων, αλλά και των Πρυτάνεων, στη μέση και στη λήξη της θητείας τους. Τέλος, ένα μέτρο που πρέπει να ληφθεί άμεσα είναι η ένταξη και η λειτουργία των Ινστιτούτων της Ακαδημίας στους φορείς που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ.
Επίμετρο
Στην απόπειρα συγκρότησης του ενιαίου χώρου, ορισμένα σημεία έχουν ιδιαίτερη μεθοδολογική σημασία. Κατά τη γνώμη μας, τα πιο βασικά είναι τα εξής:
-Να υιοθετηθεί από την αρχή η λογική του πιλοτικού προγράμματος, δηλαδή ενός συνόλου μέτρων που θα δοκιμασθούν για μια χρονική περίοδο, για να αξιολογηθούν κατόπιν και να κριθεί η αποτελεσματικότητά τους στην πράξη.
-Να μην εξαντληθεί η μεταρρυθμιστική προσπάθεια σε «άτυπες» δράσεις, «συνεννοήσεις», ή ρυθμίσεις με ασαφή νομοθετική διατύπωση.
-Να εξασφαλισθεί η μέγιστη δυνατή συναίνεση της ακαδημαϊκής και της ερευνητικής κοινότητας, αλλά να μη καταλήξει η διαβούλευση για τον ενιαίο χώρο ένας «συνδικαλιστικού τύπου» ανταγωνισμός.
-Να στηριχθούν τα προς υλοποίηση μέτρα σε ακριβή ποσοτικά και ποιοτικά 69
στοιχεία και να προηγηθεί η μελέτη της σκοπιμότητάς τους.
Μια παράμετρος καθοριστική στην προσέγγισή μας είναι η εξής: Αναπόδραστα, μέσα στο πλαίσιο του δεδομένου οικονομικο-πολιτικού συστήματος, ο Ενιαίος Χώρος Εκπαίδευσης-Έρευνας θα κληθεί να συμπράξει με τον επιχειρηματικό χώρο στο πεδίο της καινοτομίας.
Από τον διάλογο που έχει διεξαχθεί μέχρι τώρα, διατυπώνονται δύο αντιδιαμετρικές προσεγγίσεις για τη συγκρότηση του Ενιαίου Χώρου. Η πρώτη προσέγγιση προβλέπει τη διατήρηση της διοικητικής αυτοτέλειας και του ιδιαίτερου χαρακτήρα στα ιδρύματα και τους φορείς που εμπλέκονται, ενώ η δεύτερη κατατείνει στη μερική ή πλήρη ενοποίησή τους. Υπό τις παρούσες συνθήκες, θεωρούμε ότι η πλήρης ενοποίηση των ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων (όπως επί παραδείγματι η πλήρης και σε όλη την έκταση ενσωμάτωση ΕΚ και ΤΕΙ στα Πανεπιστήμια), πέρα από τις τεχνικές δυσκολίες στην εφαρμογή της, δεν εξυπηρετεί μια βιώσιμη και ακαδημαϊκά σκόπιμη προοπτική. Είναι όμως συζητήσιμο το εάν επιμέρους μονάδες θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ευρύτερα εκπαιδευτικά-ερευνητικά σύνολα με ταυτόχρονο επαναπροσδιορισμό του χαρακτήρα τους.
Ωχ ωχ ωχχ ωχχχ ωχχχ xxx κινηματογράφος στα σχολεία, που είσαι ενδοξη Αλάσκα στην Πατησίων
πρόταση για την οπτικοακουστική εκπαίδευση της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου, που θα παρουσιαστεί στην τελική συνάντηση των Επιτροπών του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου, που θα πραγματοποιηθεί αύριο Παρασκευή, στο υπουργείο Παιδείας, παρουσία της πολιτικής ηγεσίας.
http://www.esos.gr/arthra/44229/apokleistiko-i-protasi-gia-tin-optikoakoystiki-ekpaideysi
Ειδικότερα η πρόταση, έχει ως εξής:
Μια κοινωνική αναγκαιότητα:
Τις τελευταίες δεκαετίες, η ραγδαία εξάπλωση της οπτικοακουστικής πληροφορίας και επικοινωνίας (τηλεόραση, διαδίκτυο, "έξυπνες" συσκευές, βιντεοπαιχνίδια κλπ.) έχει εισάγει το πολύ-τροπικό μήνυμα (κείμενο – εικόνα – ήχος) σε όλες τις πλευρές της καθημερινής ζωής. Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για μια γεωμετρικά αυξανόμενη τάση.
Η πραγματική αυτή συνθήκη είναι πλούσια σε δυνατότητες και υποσχέσεις. Προκειμένου όμως κανείς να τις αξιοποιήσει, χρειάζεται να γνωρίζει τη χρήση της οπτικοακουστικής γλώσσας. Χωρίς αυτήν τη γνώση, κινδυνεύει να μετατραπεί σε παθητικός δέκτης-καταναλωτής οπτικοακουστικών μηνυμάτων, ευάλωτος στη χειραγώγηση και – επιπλέον – σε μειονεκτική θέση στην αγορά εργασίας. Ο διαχωρισμός σε εκείνους που ξέρουν να χειρίζονται την οπτικοακουστική επικοινωνία και σε εκείνους που δεν ξέρουν έχει ταξική διάσταση και σταδιακά γίνεται μια από τις ισχυρότερες μορφές κοινωνικού αποκλεισμού.
Η οπτικοακουστική παιδεία:
α/ αποτελεί προϋπόθεση για τη βέλτιστη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της οπτικοακουστικής επικοινωνίας, στην προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή
β/ αποτελεί προϋπόθεση για την ενσυνείδητη, κριτική και ενεργητική λειτουργία του πολίτη
γ/ δεν πρέπει να αποτελεί ταξικό προνόμιο
Εάν στοχεύουμε σε μια κοινωνία ενσυνείδητων και ενεργών πολιτών, δημοκρατική και κοινωνικά δίκαιη, πρέπει να επιδιώξουμε η οπτικοακουστική παιδεία να γίνει κτήμα του καθενός. Ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι μέσω της εισαγωγής της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο σχολείο. Συνεπώς, η εισαγωγή της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο σχολείο είναι κοινωνική αναγκαιότητα και ζήτημα πολιτικό.
Στόχοι της εισαγωγής της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο σχολείο:
1/ Οπτικοακουστικός εγγραμματισμός (audiovisual literacy, media literacy): Οι μαθητές να γίνουν ενσυνείδητοι, ενεργοί και κριτικοί χρήστες της οπτικοακουστικής γλώσσας, και όχι παθητικοί και ασυνείδητοι δέκτες → ενεργοί και ισότιμοι πολίτες στην κοινωνία του μέλλοντος
2/ Αισθητική και καλλιτεχνική παιδεία (aesthetic education, art education): Οι μαθητές να γίνουν μέτοχοι του πολιτισμικού πλούτου και της δημιουργικής διαδικασίας της κινηματογραφικής τέχνης (ως κομμάτι της ευρύτερης πολιτισμικής και καλλιτεχνικής παραγωγής της ανθρωπότητας) → καλλιεργημένοι και ευτυχισμένοι άνθρωποι
3/ Τεχνολογικός εγγραμματισμός (technological literacy, digital literacy): Οι μαθητές να γίνουν όχι μόνο εξοικειωμένοι, αλλά και δημιουργικοί χρήστες της τεχνολογίας → ενεργοί και ισότιμοι πολίτες στην κοινωνία του μέλλοντος
Προσδοκώμενα Μαθησιακά Αποτελέσματα:
Τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα διαφέρουν ανά ηλικιακή ομάδα και συμπεριλαμβάνουν:
- Οπτική αντίληψη, ανάπτυξη της ικανότητας των μαθητών να «βλέπουν». Αναγνώριση των στοιχείων της εικόνας: άξονες, συμμετρίες, αντιθέσεις, φως, μορφή, χρώμα.
- Αντίληψη του χρόνου: timing, ρυθμός.
- Διαχωρισμός του πραγματικού από το αναπαριστώμενο. Αναγνώριση της διαμεσολαβημένης και κατασκευασμένης φύσης του οπτικοακουστικού κειμένου. Κριτική προσέγγιση της αξίας τεκμηρίου.
- Κατανόηση της έννοιας της οπτικής γωνίας, ως κυριολεξία και ως στοιχείο της υποκειμενικότητας. Κατανόηση της διαφοράς αντικειμενικού-υποκειμενικού. Κατανόηση της λειτουργίας της ταύτισης στο οπτικοακουστικό μήνυμα και (αργότερα) της χρήσης της ως μέσο χειραγώγησης.
- Συνειδητοποίηση της σχέσης μορφής-περιεχομένου στην οπτικοακουστική γλώσσα γενικά, και στην οπτικοακουστική αφήγηση ειδικότερα. Δημιουργική χρήση των οπτικοακουστικών «τρόπων».
- Αναγνώριση των κωδίκων και των επιπέδων άρθρωσης της σημασίας. Κατανόηση της διαφοράς μεταξύ ρητού και λανθάνοντος μηνύματος. Αναγνώριση των λανθανόντων μηνυμάτων και ιδεολογικών μηχανισμών.
- Καλλιέργεια της προσωπικής έκφρασης των μαθητών μέσα από την οπτικοακουστική δημιουργία
Βασικές Αρχές – Σκεπτικό:
1/ Η εισαγωγή του κινηματογράφου στο σχολείο δεν αφορά απλώς στην εισαγωγή ενός ακόμα εξειδικευμένου μαθήματος, αλλά αρθρώνεται με όλο το σχολικό πρόγραμμα. Λειτουργεί κυρίως ως τρόπος προσέγγισης, διδασκαλίας και εκμάθησης των άλλων μαθημάτων, κατά τρόπο δομικό, και όχι απλώς ως εικονογράφηση. Τα όποια εξειδικευμένα μαθήματα εντάσσονται στην ευρύτερη αυτή λογική.
2/ Ο κινηματογράφος είναι γλώσσα και τέχνη, και οι δυο πλευρές του είναι απαραίτητο να μελετηθούν στην σχολική τάξη.
(α) Οπτικοακουστική γλώσσα είναι ο τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας μέσω κινούμενης εικόνας σε συνδυασμό με ήχο. Οπτικοακουστικά κείμενα είναι οι κινηματογραφικές ταινίες, μυθοπλασίας και τεκμηρίωσης, οι τηλεοπτικές εκπομπές όλων των ειδών, οι ειδήσεις, τα ρεπορτάζ, οι σειρές, οι εμπορικές και πολιτικές διαφημίσεις, τα reality shows, αλλά και τα μουσικά βιντεοκλίπ, τα βίντεο που διακινούνται στο διαδίκτυο, τα βιντεοπαιχνίδια. Οι μαθητές ήδη «κολυμπούν» σε ένα περιβάλλον οπτικοακουστικών κειμένων. Το σχολείο οφείλει να τους δώσει τα εργαλεία για την ενσυνείδητη αποκωδικοποίηση των σημασιών και την κριτική προσέγγιση των μηνυμάτων.
(β) Η τέχνη του κινηματογράφου είναι για την οπτικοακουστική γλώσσα ό,τι είναι η λογοτεχνία για μια γραπτή λεκτική γλώσσα. Από τη μια, είναι θησαυρός γνώσεων και τρόπων, οπτικών και αφηγηματικών μορφών, μνήμης και ταυτοτήτων, ιδεών και ιδεολογικών δομών. Από την άλλη, αποτελεί το βασικό εργαστήριο πειραματισμού και καινοτομίας στην οπτικοακουστική γλώσσα. Γι’ αυτό, ο οπτικοακουστικός εγγραμματισμός δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την τέχνη του κινηματογράφου.
3/ Η χρήση της οπτικοακουστικής γλώσσας, όπως κάθε γλώσσας, προϋποθέτει τη γνώση τόσο αποκωδικοποίησης όσο και παραγωγής μηνυμάτων. Με άλλα λόγια, οι μαθητές πρέπει να μάθουν τόσο οπτικοακουστική «ανάγνωση» όσο και οπτικοακουστική «γραφή», και επιπλέον να μάθουν να τη χρησιμοποιούν τόσο ως τρόπο επικοινωνίας όσο και ως τρόπο έκφρασης. Συνεπώς, η διδασκαλία οφείλει πάντα να ενσωματώνει τόσο μια αναλυτική-κριτική διάσταση όσο και μια συνθετική- δημιουργική.
Να σημειωθεί ότι οι μαθητές είναι ήδη όχι μόνο δέκτες, άλλα και παραγωγοί μηνυμάτων στην οπτικοακουστική γλώσσα, μέσω των τηλεφωνικών και άλλων συσκευών τους, κατά τον ίδιο μη εγγράμματο τρόπο που χρησιμοποιεί ένα παιδί προσχολικής ηλικίας τη μητρική του γλώσσα. Το ζητούμενο για το σχολείο είναι να τους διδάξει την εγγράμματη χρήση της.
4/ Στην οπτικοακουστική, όπως σε κάθε γλώσσα, το περιεχόμενο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μορφή, το «τι» υπάρχει μόνο μέσα από το «πώς». Οι μαθητές πρέπει να διδαχθούν τη λειτουργία των οπτικών και αφηγηματικών κωδίκων, προκειμένου να προσεγγίσουν τον τρόπο άρθρωσης των σημασιών. Οι ταινίες δεν προσεγγίζονται αποκλειστικά με βάση τις θεματικές τους, αλλά κυρίως μέσω των δομικών και μορφικών χειρισμών τους.
5/ Η εισαγωγή του κινηματογράφου στο σχολείο δεν μπορεί να γίνει σημειακά, αλλά πρέπει να ενταχθεί «οριζόντια» στο συνολικό σχεδιασμό του ωρολογίου προγράμματος (βλ. σημείο 1). Η εισαγωγή της διδασκαλίας του κινηματογράφου αρθρώνεται με τον ανα-σχεδιασμό της διδασκαλίας:
(α) της γλώσσας και επικοινωνίας: Η οπτικοακουστική γλώσσα είναι τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας, και άρα θα μπορούσε να διδαχθεί συμπληρωματικά με τη διδασκαλία της «φυσικής» γλώσσας.
(β) των τεχνών γενικά: Το ζήτημα της ένταξης της καλλιτεχνικής δημιουργίας στη διδακτική διαδικασία θα ήταν καλό τα προσεγγιστεί συνολικά. Επιπλέον, ο κινηματογράφος ειδικά τέμνεται πολλαπλά με τις άλλες τέχνες. Το ερώτημα της εικόνας τίθεται σε όλες τις εικαστικές τέχνες (ζωγραφική, φωτογραφία, κόμιξ), και μια συνολική διδακτική προσέγγισή του αποτελεί επιτυχημένη πρακτική διεθνώς.
Αντίστοιχα, η μουσική ως χειρισμός της μορφής σε χρόνο, αλλά και το θέατρο, έχουν νοηματικές και πρακτικές περιοχές τομής με τον κινηματογράφο.
(γ) των νέων μέσων και τεχνολογιών: Ο οπτικοακουστικός εγγραμματισμός και ο χειρισμός της δια-μεσικότητας συναντιέται και με την εισαγωγή στο σχολείο των νέων τεχνολογιών και μέσων.
(δ) των άλλων μαθημάτων: Η οπτικοακουστική εκπαίδευση τέμνεται με διάφορους τρόπους με ζητήματα που διδάσκονται σε άλλα μαθήματα του παρόντος ωρολογίου προγράμματος, π.χ. το ζήτημα της κριτικής του οπτικοακουστικού τεκμηρίου με το μάθημα της Ιστορίας. Επιπλέον, το οπτικοακουστικό μέσο αποτελεί αποδεδειγμένα αποτελεσματικό μέσο διδασκαλίας των γνωστικών αντικειμένων.
(ε) Τέλος, η επιλογή ειδικού μαθήματος οπτικοακουστικής επικοινωνίας ή / και κινηματογράφου, θα μπορούσε να ενταχθεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
6/ Ο κινηματογράφος εισάγεται «κάθετα» στο σχολείο από την προσχολική αγωγή έως το λύκειο, και μετά. Ο τρόπος διδασκαλίας εξαρτάται από τις ικανότητες και ανάγκες της εκάστοτε ηλικιακής ομάδας. Η σχετική βιβλιογραφία καταγράφει στάδια ανάπτυξης των σχετικών ικανοτήτων (π.χ. πότε το παιδί διαχωρίζει την εικόνα από το αντικείμενο, το πραγματικό από το ψεύτικο, την έννοια της μίμησης, τα επίπεδα νοήματος) και προτείνει ανάλογη διδακτική μεθοδολογία.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε μικρότερες ηλικίες ενδείκνυται περισσότερο η εξοικείωση με τις αρχές χρήσης του οπτικοακουστικού μέσου μέσα από το δια- δραστικό δημιουργικό παιχνίδι, στο οποίο εντάσσεται σταδιακά η κριτική θέαση. Σε μεγαλύτερες ηλικίες εισάγεται μια πιο συστηματική διδασκαλία των αρχών οπτικοακουστικής ανάγνωσης, η ανάλυση των διαφορετικών επιπέδων σημασίας και ιδεολογικών δομών, καθώς και η κατασκευή ταινίας και βασικά στοιχεία της ιστορίας του κινηματογράφου (ενταγμένα στην ιστορία του πολιτισμού). Τέλος, ας σημειωθεί η δυνατότητα διδασκαλίας των τεχνικών κινηματογραφικών επαγγελμάτων στην λυκειακή τεχνική εκπαίδευση.
Εκπαιδευτικές Αρχές:
1/ Ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας, της πρωτοβουλίας και της δημιουργικότητας → διαλεκτική και δια-δραστική διδασκαλία
2/ Καλλιέργεια της συνεργατικότητας → ομαδική εργασία 3/ Οργάνωση της εργασίας σε projects – όχι εξετάσεις
Αρχές Εφαρμογής:
1/ Αξιοποίηση της εγχώριας και διεθνούς εμπειρίας. Ενεργοποίηση του δυναμικού της χώρας.
2/ Απευθυνόμαστε στους εκπαιδευτικούς με απώτερο στόχο τους μαθητές.
3/ Μελλοντικός στόχος: Η συνολική ένταξη της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο σχολικό σύστημα.
Με αυτόν τον τελικό στόχο, προτείνεται μια σειρά από πρώτα βήματα:
Επτά Πρώτα Βήματα προς την εφαρμογή:
1/ Ρητή αναγνώριση του δικαιώματος στον Οπτικοακουστικό Εγγραμματισμό. Στρατηγική επιλογή υποστήριξης της πρόσβασης στον Οπτικοακουστικό Εγγραμματισμό μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, εκ μέρους των Υπουργείων Παιδείας και Πολιτισμού.
2/ Πρόσκληση για δημιουργία δικτύου ενδιαφερομένων μερών για το σχεδιασμό, την εφαρμογή και την υποστήριξη της ένταξης της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο εκπαιδευτικό σύστημα, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Σε αυτό θα ήταν καλό να συμπεριλαμβάνονται: τα Υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, η ΕΡΤ, το Τμήμα Κινηματογράφου του ΑΠΘ και όλα τα πανεπιστημιακά Τμήματα που προσφέρουν οπτικοακουστικά προγράμματα (όπως το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, το Τμήμα Τεχνών Ήχου και Εικόνας του Ιονίου, η ΑΣΚΤ κλπ.), το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους, το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και όλα τα διεθνή, εθνικά και τοπικά κινηματογραφικά φεστιβάλ της χώρας, η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου και τα επαγγελματικά σωματεία του κινηματογραφικού χώρου, η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, το Μουσείο Κινηματογράφου και οι τοπικές κινηματογραφικές λέσχες, αλλά και οι ΟΤΑ και οι τοπικοί πολιτιστικοί φορείς.
3/ Αξιοποίηση του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, καθώς και του υπάρχοντος ερευνητικού και διδακτικού υλικού. Ενδεικτικά αναφέρουμε το πρόγραμμα «ΜΕΛΙΝΑ – Εκπαίδευση και Πολιτισμός» (1995-2004), το «Πάμε Σινεμά» (1999 ως σήμερα), την «Ευρωπαϊκή Συνάντηση Νεανικής Οπτικοακουστικής Δημιουργίας – Camera Zizanio» (Φεστιβάλ Ολυμπίας, 2001 ως σήμερα), το «Μείζον Πρόγραμμα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών» (ΕΣΠΑ 2007-2013), το υλικό που προέκυψε από το «Νέο Σχολείο – Νέο Πρόγραμμα Σπουδών» (2009-2011), αλλά και ιδιωτικές πρωτοβουλίες όπως τον «Καρπό – Κέντρο Εκπαιδευτικών Δράσεων και Διαπολιτισμικής Επικοινωνίας» και το «The 5C Project – AltCiné Action».
4/ Αξιοποίηση των ευρωπαϊκών δομών για τεχνογνωσία και χρηματοδότηση. Η οπτικοακουστική εκπαίδευση εντάσσεται με διάφορους τρόπους στο στρατηγικό πλαίσιο για την ευρωπαϊκή συνεργασία στην Εκπαίδευση και την Κατάρτιση (ΕΚ 2020). Η συνεισφορά της στο διαμεσικό και ψηφιακό εγγραμματισμό είναι προφανής, ενώ συμβάλει και σε άλλους διευρωπαϊκούς εκπαιδευτικούς στόχους, όπως η υποστήριξη των εκπαιδευτικών και η ανάπτυξη νέων μέσων διδασκαλίας, η ενεργή πολιτειότητα και η κοινωνική συνοχή, και η «ανοιχτή» εκπαίδευση. Κάποιες παράμετροι της εισαγωγής της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο ελληνικό σχολικό σύστημα θα μπορούσαν ίσως να ενταχθούν στο χρηματοδοτικό πρόγραμμα ERASMUS+. Θα μπορούσαμε επίσης να αξιοποιήσουμε συμβουλευτικές δομές, όπως το peer-counselling.
5/ Καταγραφή υπάρχουσας υλικοτεχνικής υποδομής των σχολείων. Και αξιοποίηση της υλικοτεχνικής υποδομής εθνικών οργανισμών και τοπικών φορέων (βλ. Ταινιοθήκη της Ελλάδος, εργαστήρια, αίθουσες εκδηλώσεων και άλλοι χώροι των ΑΕΙ, κινηματογραφικές λέσχες, τοπικοί κινηματογράφοι).
6/ Εκπαίδευση των εκπαιδευτικών:
→ εισαγωγή οργανωμένων μαθημάτων οπτικοακουστικής παιδείας σε όλα τα Παιδαγωγικά Τμήματα των Πανεπιστημίων
→ ενίσχυση των μαθημάτων διδακτικής στο Τμήμα Κινηματογράφου ΑΠΘ και στα άλλα πανεπιστημιακά Τμήματα οπτικοακουστικού ενδιαφέροντος
→ εισαγωγή οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στα μαθήματα παιδαγωγικής-ειδικής διδακτικής των άλλων Τμημάτων
→ προγράμματα επιμόρφωσης των ενεργών εκπαιδευτικών στην οπτικοακουστική γλώσσα και την αξιοποίηση του κινηματογράφου στη μαθησιακή διαδικασία
→ εγχειρίδια (συγγραφή ή/και μετάφραση από τη διεθνή βιβλιογραφία, και αξιοποίηση υπάρχοντος υλικού)
7/ Δυνατότητες άμεσων παρεμβάσεων:
α/ Ανάπτυξη διδακτικών σεναρίων για συγκεκριμένες θεματικές ενότητες ανά γνωστικό αντικείμενο, με φύλλα εργασίας για τους μαθητές και οδηγίες διδασκαλίας για τους εκπαιδευτικούς. Αξιοποίηση υπάρχοντος σχετικού υλικού.
--- ένταξη στην ευέλικτη ζώνη (δημοτικό), στις βιωματικές δράσεις (γυμνάσιο), στις ερευνητικές εργασίες (λύκειο), στην τεχνική εκπαίδευση
β/ Αξιοποίηση του εκπαιδευτικού χαρακτήρα της ΕΡΤ.
γ/ Δημιουργία κλειστής διαδικτυακής πλατφόρμας με επιλεγμένες ταινίες για χρήση από μαθητές και εκπαιδευτικούς. Εμπλουτισμός των υπάρχοντων παιδαγωγικών διαδικτυακών τόπων (βλ. «Φωτόδεντρο – Εθνικός Συσσωρευτής Εκπαιδευτικού Περιεχομένου», «Αίσωπος – Advanced Electronic Scenarios Operating Platform» του ΙΕΠ) με οπτικοακουστικά διδακτικά σενάρια.
δ/ Πιλοτικό πρόγραμμα επιμόρφωσης των ενεργών εκπαιδευτικών στην οπτικοακουστική γλώσσα και την αξιοποίηση του κινηματογράφου στη μαθησιακή διαδικασία.
ε/ Πιλοτικό πρόγραμμα επιμόρφωσης-ευαισθητοποίησης γονέων.
στ/ Χρήση οπτικοακουστικών τρόπων διδασκαλίας στα μαθήματα ένταξης των προσφύγων και μεταναστών.
Σχεδιασμός σταδιακού και κοστολογημένου προγράμματος εισαγωγής της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο ελληνικό σχολικό σύστημα. Πρόγραμμα εφαρμογής. Σταδιακή εφαρμογή.
Τελείως σχετικό είναι το παρακάτω άρθρο με μεγάλη ιστορική αξία
Τσόντα ρεεεε!!
Τω καιρώ εκεινω(1975-82) υπήρχανε πολλοί κινηματογράφοι στο κέντρο της Αθήνας,που προβάλανε 2 έργα SEX.
Έτσι γράφανε σε μεγάλες ταμπέλες.
Ήτανε ανοικτά από τις 8 το πρωί,μέχρι τις 12 το βράδυ.
Τότε δεν υπήρχανε περιοδικά με γυμνές.
Έβγαινε μόνο το Σκάνδαλο,που και αυτό είχε αστεράκι,στο γυμνό στήθος.
Video,και τα σχετικά,ούτε καν είχαμε ακούσει κάτι.
Στο κέντρο της Αθήνας,ήταν Το Ομόνοια,που εκείνα τα χρόνια εβγαινε πρώτος κινηματογράφος στα εισιτήρια.
Δίπλα του ήταν Το Κοσμοπολιτ.Στην Πατησίων ήταν το Αλάσκα,που την πλήρωνε σε κάθε διαδήλωση.
Σήμερα είναι ο Γλου στην θέση του.
Στην Αθηνάς,εκεί απέναντι από το Δημαρχείο,ήταν άλλο ένα,και μετά στην Πειραιώς,στο Τέσσερα.Και το Λαου στην Κολωνού.
Σπάνια έβρισκες να κάτσεις.
Πολλοί πηγαίνανε και καθότανε όλη την μέρα στον σινεμά..
Φυσικά,μιλάμε για πολλή βρώμα και μυρωδιά.
Επιτρεπότανε το τσιγάρο,και γινότανε χαμός.
Άμα δεν είχανε ανάψει τα καλοριφέρ,άναβε εφημερίδες ο κόσμος.
Έχω πετύχει αυτό που ακουγότανε ότι ψήνανε ρέγκες.
Γινότανε μεγάλες πλάκες.
Όλα τα σχολεία,κατεβαίναμε ομαδικά στους σινεμαδες.
Συνθήματα,πλάκες.
Τι γινότανε τότε.
Έπαιζε κανονικά την ταινία,που είχανε προγραμματίσει.
Η οποία ητανε εντελώς αθώα,λίγο στήθος να έδειχνε που και που,
και ξαφνικά από πίσω που είναι η μηχανή προβολής,άνοιγε ένα άλλο παράθυρο,και μια άλλη μηχανή πρόβαλε,σκληρό πορνό.
Άσχετο με την ταινία που παιζότανε.
Αυτό κρατούσε 10-20 λεπτά.
Έτσι ονομάστηκε Τσόντα.
Ήτανε παράνομο αυτό,και μπορούσε αρκετές φορές να σου τύχει να μην προβάλλει τσόντα.
Όσο περνούσε η ώρα,και έβλεπε ο κόσμος να μην δείχνει Τσόντα,αρχίζανε και φωνάζανε.
Δώσε Τσόντα στο λαό.
ή (ζητώ συγνώμη προκαταβολικά)
βαλε τσόντα στο πανί
να χορτάσουμε μουνί.
Όταν έπεφτες σε σχολεία,ή σε μεγάλες παρέες,γινότανε χαμός.
Εμείς από το δικό μου σχολείο στην Ν.Σμύρνη,προτιμούσαμε το Κρυσταλ στην Χαροκόπου στην Καλλιθέα.
Μια φορά,πήγαμε και με τα κορίτσια της τάξης,καμιά 10 αριά.
Δεν μας βάζανε μέσα,λόγω ηλικίας,
αλλά σχεδόν ορμηξαμε μέσα.
Υπήρχε και μεγάλη Ελληνική παραγωγή τότε.
Πολλοί γνωστοί πρωταγωνιστές γυρνούσανε για λόγους οικονομικούς ταινίες sex.
Πάντα υπήρχε η φήμη,ότι γυρνούσανε και σκληρό πορνό,που κυκλοφορούσε μόνο στο εξωτερικό.
Αλλά οι Ελληνικές ταινίες,ξεχωρίζανε κυρίως για τους τίτλους.
Το παλαμάρι του βαρκάρη.,Σκύψε ευλογημένη.κα.
Μεγάλος πρωταγωνιστής ο Γκουσγκουνης.
Κάποια χρονιά,είχε εμφανιστεί και live,στο σινεμά στην Πειραιώς.
Μέχρι που βγήκανε τα Video,και τα videoclub,
και ο κόσμος έκατσε σπίτι του για ιδιωτικές προβολές.
Sunday, May 22, 2016
Το χρονοδιάγραμμα του Εθνικού Διαλόγου για τις αλλαγές που θα ισχύσουν το Σεπτέμβριο
Η Ευρωπαική απάτη , μόνο παχιά λόγια
http://www.esos.gr/arthra/43682/hronodiagramma-toy-ethnikoy-dialogoy-gia-tis-allages-poy-tha-ishysoyn-septemvrio
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου για την παιδεία Αντώνη Λιάκο:
Την ολοκλήρωση του Διαλόγου θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε περισσότερο με την κατασκευή του τόξου μιας γέφυρας παρά μιας οικοδομής.
Σε μια μισοτελειωμένη οικοδομή μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι κάτω όροφοι, κάτι μένει κι αν δεν ολοκληρωθεί.
Αντίθετα, αν δεν ολοκληρωθεί το τόξο της γέφυρας, απλώς δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
Ολοκλήρωση της γέφυρας σημαίνει να συμφωνήσουμε ως προς το χαρακτήρα της εκπαίδευσης και του εκπαιδευτικού συστήματος, και αυτός δεν προκύπτει παρά αν ολοκληρώσουμε την αντιμετώπιση των επί μέρους προβλημάτων με την εργασία των επιτροπών.
Στο προσεχές διάστημα θα πρέπει να σχηματίσουμε μια επιτροπή που θα μελετήσει την υπόθεση της αναδιοργάνωσης της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και τον χαρακτήρα του νέου λυκείου και νέου γυμνασίου που θα προκύψει.
Δεν είναι εύκολο εγχείρημα, από την άποψη των υλικοτεχνικών υποδομών, αλλά θα αποτελέσει μια μείζονα μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση.
Επομένως χρειάζεται να δηλωθούν διαθεσιμότητες για τη συμμετοχή στην ομάδα που θα εργαστεί πάνω σε αυτή την υπόθεση.
Αν επίσης έως τώρα ο Διάλογος είναι προσανατολισμένος στα προβλήματα δομής της εκπαίδευσης, θα πρέπει στο επόμενο διάστημα να συζητήσουμε το ζήτημα του περιεχομένου των μαθημάτων και των σπουδών στην εγκύκλια εκπαίδευση.
Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να παραδεχτεί ότι εδώ δεν υπάρχει μείζον ζήτημα.
Και εδώ χρειάζεται να δηλωθούν διαθεσιμότητες.
Αν όμως ο Διάλογος ομοιάζει με τόξο γέφυρας είναι και επειδή αρθρώνεται πάνω σε διαφορετικές πλατφόρμες.
Εκτός από της συζητήσεις των Επιτροπών του Εθνικού Διαλόγου, διεξάγονται εργασίες στην Επιτροπή Μορφωτικών Σχέσεων στη Βουλή (με πρωτοβουλία του προέδρου της κ. Κ. Γαβρόγλου), και, τώρα μετά την θεσμική του αποκατάσταση, στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΥΠ).
Το ΕΣΥΠ, σύμφωνα με τον Πρόεδρό του, κ. Νίκο Θεοτοκά, το επόμενο διάστημα, αμέσως μετά το Πάσχα, θα προχωρήσει στη διοργάνωση ημερίδων και συζητήσεων στα επίδικα ζητήματα της εκπαίδευσης όπως έχουν αναδειχθεί έως τώρα από τις εργασίες των Επιτροπών, με την εξαγωγή συμπερασμάτων και την υιοθέτηση προτάσεων.
Η τελική έκθεση θα αποτελείται από τις εκθέσεις κάθε επιτροπής του Εθνικού Διαλόγου, καθώς και από τις προτάσεις που θα διαμορφωθούν μέσα από τις συζητήσεις του ΕΣΥΠ καθώς και της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής.
Πρέπει να καταβάλουμε προσπάθειες να περιλαμβάνουν:
Α) Συγκεκριμένες προτάσεις οι οποίες θα ισχύσουν στα σχολεία από τον Σεπτέμβρη,
Β) Διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων που θα αποκτήσουν νομοθετική μορφή και Γ) Σαφείς κατευθύνσεις μετασχηματισμού των εκπαιδευτικών θεσμών.
Ως προς την πρώτη φάση, τις άμεσες πολιτικές.
Αφετηρία είναι η δραματική έλλειψη πόρων μετά από χρόνιες περικοπές.
Ποιες προσαρμογές θα πρέπει να γίνουν στα σχολεία;
Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να ενταχτεί στις εργασίες των επιτροπών και να αντιμετωπιστεί ανοιχτά, με ειλικρίνεια απέναντι στους γονείς και την κοινωνία, με δημιουργικότητα και φαντασία.
Ιδιαίτερα σ’ ότι αφορά τις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης θα πρέπει να δούμε τη σχέση του σχολείου με την τοπική κοινωνία, μέσα από μια ανοικτή έκκληση σύμπραξης, ασφαλώς με κανόνες.
Το φτωχό σε οικονομικούς πόρους σχολείο μπορεί να αποδειχτεί πλούσιο σε ερεθίσματα και αξίες σχολείο, αρκεί να δούμε πώς θα βγει από τη ρουτίνα και θα αξιοποιήσει τους πολιτισμικούς πόρους που το περιβάλουν.
Πρέπει να σκεφτούμε τολμηρά και έξω από την όποια πεπατημένη συγκεκριμένες προτάσεις και να καλέσουμε εκπαιδευτικούς, γονείς και τοπική αυτοδιοίκηση σε σχεδιασμό για την επόμενη χρονιά.
Ως προς την μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη φάση, διαπιστώσαμε έως τώρα ότι εκτός από τη δραματική περικοπή πόρων, το πρόβλημα της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες είναι η χρόνια ανηλικιότητα και η εξάρτησή του, τόσο ως προς τους οικονομικούς πόρους όσο και ως προς την καθοδήγηση από ένα συγκεντρωτικό μηχανισμό.
Τα προβλήματα που προκαλεί αυτή η εξάρτηση θεραπεύονται με νέους λεπτομερείς κανονισμούς που πάλι εκπορεύονται από τα πάνω, διαιωνίζοντας τον ίδιο ακριβώς φαύλο κύκλο συγκεντρωτισμού και εκ των άνω ελέγχου. Επομένως η κεντρική μας στόχευση θα πρέπει να είναι η ενδυνάμωση και η ενηλικίωση της εκπαίδευσης σε όλα τα πεδία και σε όλους τους συμμετέχοντες.
Αυτονομία, ανάληψη της ευθύνης και λογοδοσία είναι το τρίπτυχο της ενηλικίωσης και της ενδυνάμωσης. Θα πρέπει να δούμε πώς μπορεί να εξειδικευτεί, από το σχολείο έως το πανεπιστήμιο, από τα προγράμματα έως τη διακυβέρνηση της εκπαίδευσης.
Από την αρχή της διαδικασίας του Διαλόγου είχαμε επισημάνει ότι οι συνέπειες της κρίσης οδηγούν σε μια κοινωνική ανισότητα μέσα στο σχολείο. Η ανισότητα αυτή επιτείνεται και από την είσοδο μεταναστευτικών πληθυσμών, που σωστά μεν πρέπει να οδεύουν στο ενιαίο σχολείο, όπου όμως οι συνθήκες της τάξης, μαθησιακές και άλλες θα χειροτερεύουν, χωρίς ειδική βοήθεια.
Για το λόγο αυτό χρειάζονται σωστικές ενέργειες με τη μορφή πρότυπων σχολείων σε επιλεγμένες φτωχές περιοχές όπου εμφανίζεται μια υπερ-συσσώρευση προβλημάτων. Ας είμαστε σαφείς: στις τάξεις των σχολείων
των φτωχών περιοχών με ομάδες ξενόγλωσσων παιδιών καθώς και με παιδιά με ειδικές ανάγκες χρειάζεται ειδική εκπαιδευτική φροντίδα.
Μετά το Πάσχα, σε ημερομηνία που θα οριστεί, θα προγραμματίσουμε μια ολομέλεια όλων των επιτροπών, με συμμετοχή και εκείνων που δεν είχαν παρουσιάσει τη δουλειά τους στις 5 Μαρτίου. Είναι σημαντικό να διασταυρώνουμε τη δουλειά μας και να βαδίζουμε συγκλίνοντας.
Στόχος είναι προς το τέλος Μαΐου να ετοιμαστεί μια έκθεση με τις συνολικές προτάσεις, η οποία θα παρουσιαστεί τόσο στην πολιτική ηγεσία όσο επίσης και στην κοινή γνώμη.
- Πρέπει να ανταποδώσουμε την εμπιστοσύνη με την οποία τα μέλη των επιτροπών περιβάλλουν την προσπάθειά μας με τη δέσμευσή μας στις αλλαγές στην εκπαίδευση.
- Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση έχει μια ευρύτερη στόχευση από την οποία δεν πρέπει να αποκλίνουμε και κομβικό ρόλο στη δημιουργία μιας νέας προοδευτικής ταυτότητας στην ελληνική κοινωνία.
αλλαγές και στις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης-
Για να δούμε πως μεταφράζονται τα παχιά λόγια
H εκπαίδευση είναι ένας εξαιρετικά εκτεταμένος, πολυσχιδής και σύνθετος χώρος, και οι αλλαγές δεν μπορεί να υπαγορεύονται όλες εκ των άνω (σ.σ. των κυβερνώντων).
Το μήνυμα αυτό στέλνει ο πρόεδρος της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου Αντώνης Λιάκος, προς τα 36 μέλη της Επιτροπής, με επιστολή πρόσκληση που απέστειλε για την τελική συνάντηση των επιτροπών του Διαλόγου και η συζήτηση των πορισμάτων, που θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 27 Μαΐου, στις 2 μ.μ. στο αμφιθέατρο του υπουργείου Παιδείας,
Στην καταληκτήρια αυτή συνάντηση θα κληθούν όλοι οι πυλώνες του Διαλόγου: η Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΥΠ) με τα τρία συμβούλια που το απαρτίζουν (Συμβούλιο Ανώτατης Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΣΑΠΕ), Συμβούλιο Ανώτατης Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΣΑΤΕ), και το Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΣΠΔΕ) και το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής
Ειδικότερα στην επιστολή ο κ. Λιάκος τονίζει
ΠΟΡΕΥΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Α. Διανύοντας το τρίτο δεκαήμερο του Μαΐου, πορευόμαστε ήδη στην τελική φάση του Διαλόγου για την Παιδεία.
ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΕΚΘΕΣΗΣ-ΠΟΡΙΣΜΑΤΟΣ
Β. Στόχος μας τώρα είναι να καταλήξουμε στη συγγραφή της έκθεσης-πορίσματος που θα καταθέσουμε στην πολιτική ηγεσία και στην κοινή γνώμη, η οποία θα εκφράζει τις βασικές κατευθύνσεις προς τις οποίες θα πρέπει να κινηθεί η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Μ.Υ. ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΩΝ
Γ. Ήδη θα έχετε διαβάσει την έκθεση που ετοίμασε το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής για την Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, η οποία σε γενικές γραμμές είναι ομόλογη των δικών μας προβληματισμών και μας διευκολύνει να προχωρήσουμε ένα βήμα πιο πέρα.
ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΤΟΜΕΣ
Δ. Η δική μας έκθεση δεν θα πρέπει να κινηθεί εφ’ όλης της ύλης. Θα πρέπει να επικεντρωθεί στις κρίσιμες τομές που πρέπει οι ίδιες να θέσουν σε κίνηση αλλαγές στην εκπαίδευση.
ΟΧΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ
Ε. Αλλαγές όχι αποσπασματικές και επί μέρους, αλλά που να διαπνέονται από μια φιλοσοφία, ένα κοινό πνεύμα.
ΟΙ ΑΛΑΛΓΕΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΕΚ ΤΩΝ ΑΝΩ
Ζ. Καθώς η εκπαίδευση είναι ένας εξαιρετικά εκτεταμένος, πολυσχιδής και σύνθετος χώρος, οι αλλαγές δεν μπορεί να υπαγορεύονται όλες εκ των άνω.
Η. Πρέπει να δημιουργηθούν εκείνες οι συνθήκες που θα επιτρέψουν στους ανθρώπους της εκπαίδευσης και στους θεσμικούς της πόλους, να κινήσουν οι ίδιοι τις διαδικασίες αλλαγών και μεταβολών. Αυτό το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο.
ΚΡΑΤΙΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ-ΙΣΧΥΡΕΣ ΝΟΟΤΡΟΠΙΕΣ ΠΑΘΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Θ. Η χρόνια κρατική εξάρτηση έχει δημιουργήσει ισχυρές νοοτροπίες παθητικότητας και αδράνειας που προσαρμόζονται, διαπερνούν και εν τέλει τείνουν να εξουδετερώσουν κάθε νεωτεριστική προσπάθεια και πρωτοβουλία.
ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Ι. Η αρχή της ενδυνάμωσης και της αυτονομίας στην εκπαίδευση, αρχές που τονίσαμε με έμφαση στην ενδιάμεση έκθεση, έχουν σημασία αν μπορούν να κινούν την εκπαίδευση σε μια συνεχή αυτό-βελτίωση και αυτο-μεταρρύθμιση.
Κ. Είναι κρίσιμο να έχουμε στο μυαλό μας, όταν συντάσσουμε τις προτάσεις μας την ανάγκη να συνδυαστεί, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, το ευκταίο με το εφικτό και το συγκεκριμένο.
ΜΗ ΑΝΑΤΡΕΨΙΜΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ
Λ. Καλή και χρήσιμη πρόταση δεν είναι εκείνη που εκφράζει ευχές, αλλά εκείνη που έχει τη δυναμική να δημιουργήσει μη ανατρέψιμες πραγματικότητες. Εκείνη δηλαδή που θα δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα εντός της οποίας θα απελευθερωθούν δυνάμεις που θα προκαλέσουν οι ίδιες μεταβολές.
ΝΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗ ΜΕΓΙΣΤΗ ΔΥΝΑΤΗ ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΗ ΛΙΤΟΤΗΤΑ
Μ. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι μόνο η σύνταξη μιας άρτιας επιστημονικά πρότασης αλλά μιας πρακτικής πρότασης. Αυτό σημαίνει επίσης ότι στη διατύπωση των προτάσεών μας, θα πρέπει να αναζητήσουμε και τη μεγίστη δυνατή εκφραστική λιτότητα.
Ν. Σας ζητάω λοιπόν να συνοψίσουμε τις ιδέες και τις προτάσεις που έχουμε συζητήσει έως τώρα, ώστε να καταλήξουμε, έως τις αρχές της επόμενης εβδομάδας, σε συγκεκριμένα κείμενα, με απτές προτάσεις, τα οποία θα συμπεριληφθούν στην τελική έκθεση.
ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΒΟΜΑΔΑ Η ΠΡΟΤΑΣΗ
Ξ. Πριν από τη συνάντηση της Παρασκευής, θα ετοιμαστεί και θα κυκλοφορήσει το σχέδιο της τελικής έκθεσης, το οποίο θα είναι και το αντικείμενο συζήτησης.
Ο. Η διαδικασία του Διαλόγου δεν μπορεί παρά να είναι ανοιχτή και συνεχής, αλλά θεωρώ ότι στην πορεία του Διαλόγου, και παρά τις δυσκολίες που τον περιέβαλαν, άνοιξαν τα βασικά προβλήματα της εκπαίδευσης και δημιουργήθηκε στους πολίτες ένας ορίζοντας προσδοκιών από τις αλλαγές. Ευελπιστώ στη συνεργασία σας και σε αυτήν την τελευταία κρίσιμη φάση του διαλόγου. Οψόμεθα την 27ην Μαΐου.
Την Παρασκευή , θα γίνει η τελική συνάντηση των επιτροπών
του Διαλόγου και η συζήτηση των πορισμάτων. Θα κληθούν όλοι οι πυλώνες
του Διαλόγου. Η Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, το ΕΣΥΠ, το
ΣΑΠΕ, το ΣΑΤΕ , το ΣΠΔΕ και το ΙΕΠ.
H εκπαίδευση είναι ένας εξαιρετικά εκτεταμένος, πολυσχιδής και σύνθετος χώρος, και οι αλλαγές δεν μπορεί να υπαγορεύονται όλες εκ των άνω (σ.σ. των κυβερνώντων).
Το μήνυμα αυτό στέλνει ο πρόεδρος της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου Αντώνης Λιάκος, προς τα 36 μέλη της Επιτροπής, με επιστολή πρόσκληση που απέστειλε για την τελική συνάντηση των επιτροπών του Διαλόγου και η συζήτηση των πορισμάτων, που θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 27 Μαΐου, στις 2 μ.μ. στο αμφιθέατρο του υπουργείου Παιδείας,
Στην καταληκτήρια αυτή συνάντηση θα κληθούν όλοι οι πυλώνες του Διαλόγου: η Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΥΠ) με τα τρία συμβούλια που το απαρτίζουν (Συμβούλιο Ανώτατης Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΣΑΠΕ), Συμβούλιο Ανώτατης Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΣΑΤΕ), και το Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΣΠΔΕ) και το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής
Ειδικότερα στην επιστολή ο κ. Λιάκος τονίζει
ΠΟΡΕΥΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Α. Διανύοντας το τρίτο δεκαήμερο του Μαΐου, πορευόμαστε ήδη στην τελική φάση του Διαλόγου για την Παιδεία.
ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΕΚΘΕΣΗΣ-ΠΟΡΙΣΜΑΤΟΣ
Β. Στόχος μας τώρα είναι να καταλήξουμε στη συγγραφή της έκθεσης-πορίσματος που θα καταθέσουμε στην πολιτική ηγεσία και στην κοινή γνώμη, η οποία θα εκφράζει τις βασικές κατευθύνσεις προς τις οποίες θα πρέπει να κινηθεί η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Μ.Υ. ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΩΝ
Γ. Ήδη θα έχετε διαβάσει την έκθεση που ετοίμασε το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής για την Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, η οποία σε γενικές γραμμές είναι ομόλογη των δικών μας προβληματισμών και μας διευκολύνει να προχωρήσουμε ένα βήμα πιο πέρα.
ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΤΟΜΕΣ
Δ. Η δική μας έκθεση δεν θα πρέπει να κινηθεί εφ’ όλης της ύλης. Θα πρέπει να επικεντρωθεί στις κρίσιμες τομές που πρέπει οι ίδιες να θέσουν σε κίνηση αλλαγές στην εκπαίδευση.
ΟΧΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ
Ε. Αλλαγές όχι αποσπασματικές και επί μέρους, αλλά που να διαπνέονται από μια φιλοσοφία, ένα κοινό πνεύμα.
ΟΙ ΑΛΑΛΓΕΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΕΚ ΤΩΝ ΑΝΩ
Ζ. Καθώς η εκπαίδευση είναι ένας εξαιρετικά εκτεταμένος, πολυσχιδής και σύνθετος χώρος, οι αλλαγές δεν μπορεί να υπαγορεύονται όλες εκ των άνω.
Η. Πρέπει να δημιουργηθούν εκείνες οι συνθήκες που θα επιτρέψουν στους ανθρώπους της εκπαίδευσης και στους θεσμικούς της πόλους, να κινήσουν οι ίδιοι τις διαδικασίες αλλαγών και μεταβολών. Αυτό το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο.
ΚΡΑΤΙΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ-ΙΣΧΥΡΕΣ ΝΟΟΤΡΟΠΙΕΣ ΠΑΘΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Θ. Η χρόνια κρατική εξάρτηση έχει δημιουργήσει ισχυρές νοοτροπίες παθητικότητας και αδράνειας που προσαρμόζονται, διαπερνούν και εν τέλει τείνουν να εξουδετερώσουν κάθε νεωτεριστική προσπάθεια και πρωτοβουλία.
ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Ι. Η αρχή της ενδυνάμωσης και της αυτονομίας στην εκπαίδευση, αρχές που τονίσαμε με έμφαση στην ενδιάμεση έκθεση, έχουν σημασία αν μπορούν να κινούν την εκπαίδευση σε μια συνεχή αυτό-βελτίωση και αυτο-μεταρρύθμιση.
Κ. Είναι κρίσιμο να έχουμε στο μυαλό μας, όταν συντάσσουμε τις προτάσεις μας την ανάγκη να συνδυαστεί, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, το ευκταίο με το εφικτό και το συγκεκριμένο.
ΜΗ ΑΝΑΤΡΕΨΙΜΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ
Λ. Καλή και χρήσιμη πρόταση δεν είναι εκείνη που εκφράζει ευχές, αλλά εκείνη που έχει τη δυναμική να δημιουργήσει μη ανατρέψιμες πραγματικότητες. Εκείνη δηλαδή που θα δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα εντός της οποίας θα απελευθερωθούν δυνάμεις που θα προκαλέσουν οι ίδιες μεταβολές.
ΝΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗ ΜΕΓΙΣΤΗ ΔΥΝΑΤΗ ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΗ ΛΙΤΟΤΗΤΑ
Μ. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι μόνο η σύνταξη μιας άρτιας επιστημονικά πρότασης αλλά μιας πρακτικής πρότασης. Αυτό σημαίνει επίσης ότι στη διατύπωση των προτάσεών μας, θα πρέπει να αναζητήσουμε και τη μεγίστη δυνατή εκφραστική λιτότητα.
Ν. Σας ζητάω λοιπόν να συνοψίσουμε τις ιδέες και τις προτάσεις που έχουμε συζητήσει έως τώρα, ώστε να καταλήξουμε, έως τις αρχές της επόμενης εβδομάδας, σε συγκεκριμένα κείμενα, με απτές προτάσεις, τα οποία θα συμπεριληφθούν στην τελική έκθεση.
ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΒΟΜΑΔΑ Η ΠΡΟΤΑΣΗ
Ξ. Πριν από τη συνάντηση της Παρασκευής, θα ετοιμαστεί και θα κυκλοφορήσει το σχέδιο της τελικής έκθεσης, το οποίο θα είναι και το αντικείμενο συζήτησης.
Ο. Η διαδικασία του Διαλόγου δεν μπορεί παρά να είναι ανοιχτή και συνεχής, αλλά θεωρώ ότι στην πορεία του Διαλόγου, και παρά τις δυσκολίες που τον περιέβαλαν, άνοιξαν τα βασικά προβλήματα της εκπαίδευσης και δημιουργήθηκε στους πολίτες ένας ορίζοντας προσδοκιών από τις αλλαγές. Ευελπιστώ στη συνεργασία σας και σε αυτήν την τελευταία κρίσιμη φάση του διαλόγου. Οψόμεθα την 27ην Μαΐου.
Wednesday, May 18, 2016
25 άμεσες αλλαγές στην Παιδεία
http://www.kathimerini.gr/860174/article/epikairothta/ellada/25-ameses-allages-sthn-paideia
25 άμεσες αλλαγές στην Παιδεία
Ειδικότερα, το κείμενο διακρίνει τις προτεραιότητες σε 25 άμεσες (πρέπει να υιοθετηθούν έως τον Νοέμβριο 2016), 33 μεσοπρόθεσμες (από τον Δεκέμβριο 2016 έως τον Μάιο 2018) και 28 μακροπρόθεσμες (από τον Ιούνιο 2018 έως τον Ιούνιο 2022). Ωστόσο, με δεδομένη τη ροή του πολιτικού χρόνου, έως τον Νοέμβριο του 2016 προτείνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
• Ενίσχυση της παιδαγωγικής αυτονομίας των σχολικών μονάδων.Οι αποφάσεις θα λαμβάνονται απο το ΔΝΤ
• Ενίσχυση του ρόλου των συλλόγων διδασκόντων ή και των σχολικών συμβουλίων στη διοίκηση των μονάδων. Εδώ μόνιμο ρόλο προέδρου και μόνη ψήφο θα έχει η Λαγκάρντ
• Επαναπροσδιορισμός πλαισίου - νομοθεσίας για την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας.
Αυτόματη απολυση όλων των εκπαιδευτικών αφού είναι τεμπέληδες
• Μείωση/αναδιαμόρφωση της ύλης των βιβλίων. Στην ουσία κατάρηση των βιβλίων για οικονομία
•Διαμόρφωση πρότασης για τις γλώσσες και την αλληλουχία των γλωσσών. Εδώ κατι βρωμάει , πρώτη φορά βλέπουμε τη λέξη αλληλουχία , έχουμε συνηθίσει εξορθολογισμό , αναβάθμιση,
• Πιστοποίηση της γλωσσομάθειας στο σχολείο. Εδώ δυναμώνει η βρώμα
• Εισαγωγή τεχνών όπως θέατρο/οπτικοακουστική παιδεία, χορός, δημιουργική ανάγνωση, γραφή.
Μπράβο , όλη μέρα χαβαλές
• Ανάπτυξη «στρατηγικού εθνικού πλαισίου δράσης» για την περιβαλλοντική εκπαίδευση.
Αυτό ειναι θα χαζολογάμε στις διαχωριστικές λουρίδες της παραλιακής,
• Αναβάθμιση της συμβουλευτικής και του σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού (ανάπτυξη μητρώου ειδικών επιμορφωμένων συμβούλων – εκπαιδευτικών και διαμόρφωση συνεργειών).
Να και αλλο κόλπο , μετά την αλληλουχία , εξορθολογισμό , αναβάθμιση, τώρα έχουμε και συνέργειες
• Εφαρμογή ενιαίου προγράμματος σπουδών πληροφορικής από το Δημοτικό έως το Λύκειο.
Ολη μερα θα παιζουμε Grand Theft Auto και όποιος αντέξει
• Επιμόρφωση εκπαιδευτικών στη δημιουργική χρήση των νέων τεχνολογιών.
Ρίξε και αλλη επιμόρφωση, Αινσταιν θα γίνουν οι γυμναστές
• Πιστοποίηση βασικών γνώσεων πληροφορικής στο σχολείο.
πιστοποίηση, αλληλουχία , εξορθολογισμό , αναβάθμιση, συνέργειες
• Αναβάθμιση της εκπαίδευσης των αθλητικών δραστηριοτήτων σε συνδυασμό με βασικές αρχές διατροφής.
Σουβλάκι με πιτα γύρο , χωρίς πίτα χωρίς γύρο , μονο αλάτι και πιπέρι , ε και λιγο κρεμμύδι για κανέναν καχεκτικό
• Δημιουργία δικτύου βιβλιοθηκών και σύνδεσή του με όλα τα σχολεία της Ελλάδας.
• Γενίκευση του ολοήμερου σχολείου. Μέχρι τις εντεκα το πρωί , εννοείται εναρξη στις δέκα
Monday, May 9, 2016
Μπρος πίσω, χωρίς ελπίδα
Του Στράτου Στρατηγάκη
Στη
δεκαετία του 90 η τεχνική εκπαίδευση λεγόταν ΤΕΛ χορηγούσε απολυτήριο
λυκείου και πτυχίο ειδικότητας. Επέτρεπε την πρόσβαση στα συναφή με την
ειδικότητα του μαθητή ΤΕΙ, αλλά και στα Πανεπιστήμια σε ειδικό ποσοστό
θέσεων. Το 1999 με τη μεταρρύθμιση Αρσένη τα ΤΕΛ μετατράπηκαν σε ΤΕΕ,
δεν χορηγούσαν απολυτήριο λυκείου και δεν επέτρεπαν την εισαγωγή σε
Πανεπιστήμια, αλλά μόνο σε συναφή ΤΕΙ. Το 2006 επί υπουργίας της κας
Γιαννάκου, τα ΤΕΕ μετατράπηκαν σε ΕΠΑΛ, χορηγώντας και πάλι απολυτήριο
λυκείου, επιτρέποντας την πρόσβαση και στα Πανεπιστήμια. Το 2013 με τη
μεταρρύθμιση του κ. Αρβανιτόπουλου τα ΕΠΑΛ δεν επέτρεπαν την άμεση
εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, αλλά από την επόμενη χρονιά της αποφοίτησης,
όπως όλοι οι απόφοιτοι λυκείου. Τώρα με τροπολογία του Υπουργού Παιδείας
επανέρχεται η πρόσβαση στα Πανεπιστήμια για τους αποφοίτους των ΕΠΑΛ σε
ειδικό ποσοστό 1% των θέσεων εισαγωγής.
Δεν πρόκειται για κομματικά παιγνίδια. Το ΠΑΣΟΚ με τις δέσμες επέτρεπε την πρόσβαση στα Πανεπιστήμια και με τη μεταρρύθμιση Αρσένη την απέκλειε. Η ΝΔ
την επέτρεπε με τη ρύθμιση Γιαννάκου, την απέκλεισε με τη ρύθμιση
Αρβανιτόπουλου. Πρόκειται για την προσπάθεια να επιλέξουν περισσότεροι
μαθητές την τεχνική εκπαίδευση, για να προσεγγίσουμε τους ευρωπαϊκούς
μέσους όρους.
Η προσπάθεια αυτή μπορεί να γίνει με δύο τρόπους:
1. Να γίνει η τεχνική εκπαίδευση ελκυστική και
2. Να γίνει βίαιη μετακίνηση προς την τεχνική εκπαίδευση.
Η
επαναφορά της πρόσβασης σε Πανεπιστήμια γίνεται στα πλαίσια της
προσπάθειας να γίνει πιο ελκυστική η τεχνική εκπαίδευση. Το πρόβλημα
είναι ότι δεν μπορούμε να αποφασίσουμε ποια μέθοδο θα ακολουθήσουμε,
ώστε να κάνουμε ελκυστική την τεχνική εκπαίδευση. Η δυνατότητα πρόσβασης
στα πανεπιστήμια δεν κάνει πιο ελκυστική την τεχνική εκπαίδευση. Όταν η
πρόσβαση στα πανεπιστήμια ήταν εφικτή δεν προσήλκυε περισσότερους από
350 μαθητές το χρόνο από όλη την Ελλάδα. Η τεχνική εκπαίδευση μπορεί να
γίνει ελκυστική, αν οι απόφοιτοί της βρίσκουν αξιοπρεπή εργασία σε
ποσοστά ανάλογα των πτυχιούχων πανεπιστημίου και εξασφαλίζουν την
οικονομική τους επιβίωση. Αυτό θα αλλάξει σιγά-σιγά και την κοινωνική
αντίληψη ότι μόνο οι σπουδές στην Ανώτατη Εκπαίδευση σε εξασφαλίζουν.
Μόνο τότε μπορεί να φτάσουμε στο σημείο που βρίσκονται πολλοί νέοι στις
χώρες της Ευρώπης, που επιλέγουν την τεχνική εκπαίδευση από τις σπουδές
στην Ανώτατη Εκπαίδευση.
Θέλει
δουλειά πολλή και κυρίως όχι παλινωδίες αλλά μακρόπνοο σχέδιο η
αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης. Δε λύνεται το θέμα με την πρόσβαση ή
μη στα Πανεπιστήμια. Είναι εσφαλμένη η επικέντρωση σ' αυτό.
Monday, May 2, 2016
Οι προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του σχολείου
Παρακάτω ο κ καθηγητής λεει τι σκεπτεται , αλλοίμονο μας , η εκπαιδευση εξαρτάται απο τη γνώμη, έτσι πολύ υψηλού επιπέδου κάποιου που δεν έχει κάτσει σε δημόσιο σχολείο , έστω λίγα χρόνια, η καί μήνες, αλλά εγώ επειδη δεν μπορώ να αμφισβητήσω τον κ Καθηγητή θα του πρότεινα ως ανόητος εργάτης της εκπαίδευσης με 25 χρόνια υπηρεσία, να εφαρμόσει τις ιδέες του στον τρόπο προσληψης στον ΑΣΕΠ, η ακόμα καλύτερα στην μεγαλη Ευρωπαική Επιτροπη στις Βρυξέλλες, έτσι με αυτον τον τρόπο να επιλέγουν υπαλλήλους , ερευνητικές εργασίες , δημιουργική μάθηση, λιγότερο όγκο και βάρος πληροφοριων κτλ κτλ και εφόσον εκεί είναι πλήρης η επιτυχία των ιδεών του κ Καθηγητή, τότε να τις εφαρμόσουμε και προς τα κάτω. Ακολουθούν οι σοφότατες ιδέες απο το Βήμα της Λαμπρής του 2016.
Αντώνης Λιάκος
Ο πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Διαλόγου για την παιδεία παρουσιάζει προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του σχολείουΑναδημοσίευση της συνέντευξης από ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 30/4/2016
Αυτό που δηλώνει ο καθηγητής κ. Αντώνης Λιάκος, πρόεδρος της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία, καταθέτοντας τις προτάσεις των υποεπιτροπών είναι ότι αυτή η μεταρρύθμιση πρέπει να γίνει «μεταρρύθμιση όλων των πολιτών». Και όλων των πολιτικών. Σε αυτό το πλαίσιο προτείνει προγράμματα εθελοντικής προσφοράς για τους μαθητές του Λυκείου, αναπροσαρμογή του ωρολόγιου προγράμματος με λιγότερα διαλείμματα, λιγότερα μαθήματα κάθε ημέρα και ελαφρότερη σχολική τσάντα, ερευνητικές εργασίες αντί εξετάσεων, περιγραφική αξιολόγηση αντί βαθμών, προσαρμογή των σχολείων στις τοπικές συνθήκες, εισαγωγή στα ΑΕΙ με ισχυρό απολυτήριο ενός ανανεωμένου διετούς λυκείου με ερευνητικές εργασίες και επιλογές μαθημάτων, εξετάσεις προτεραιότητας (προς το παρόν μόνο για τις σχολές υψηλές ζήτησης) και τετραετές γυμνάσιο για ολοκληρωμένες εγκύκλιες γνώσεις.
«Εσείς γιατί σπουδάσατε;» τον ρωτάω αιφνιδιαστικά έπειτα από αναφορά μας στο εκπαιδευτικό κίνημα που έχει αναπτυχθεί στις ΗΠΑ για να ανακαλύψουν ξανά οι νέοι το κριτήριο της αλληλεγγύης, απέναντι σε εκείνο των χρημάτων και της «επαγγελματικής αποκατάστασης» που στοιχειώνει τους νεανικούς εγκεφάλους παγκοσμίως.
Αφού χαμογελάει σκεφτικός απαντάει: «Για να είμαι ειλικρινής, μικρός ήθελα γίνω αγγειοπλάστης. Πήγαινα μάλιστα σε μια σχολή αγγειοπλαστικής και ήθελα να συνεχίσω στο εξωτερικό. Ομως αγαπούσα τη Φιλοσοφία και την Ιστορία...». Το μεγάλο ταξίδι για τη γνώση, πράγματι, ξεκινάει πάντα από έναν καλό εκπαιδευτικό. Ενα καλό βιβλίο. Ενα σχολείο που διοικείται από οραματιστές.
Ο κ. Λιάκος περιγράφει ως την πιο τραυματική ανάμνηση του πρώτου έτους του στο σχολείο την ημέρα που ο Μακάριος επισκέφθηκε γείτονες των γονιών του και όταν τον πήγαν να τον ευλογήσει, εκείνος του είπε σοβαρά: «Γράψε μου το Σίγμα κεφαλαίο»... Δείγμα λάθους παιδαγωγικής μεθόδου;
Στη συνέντευξη που έδωσε στο «Βήμα» παρουσιάζει αναλυτικά τους νέους σχεδιασμούς.
Ποια λέξη σάς έρχεται πρώτη στο μυαλό όταν σας ρωτούν τι χρειάζεται η εκπαίδευση;
«Μία από τις λέξεις-κλειδιά είναι η ενδυνάμωση. Η ενδυνάμωση του δασκάλου και του μαθητή. Ως τώρα η εκπαίδευση είχε χαρακτήρα παθητικής αποτύπωσης. Το υπουργείο Παιδείας βγάζει το αναλυτικό πρόγραμμα, τα σχολεία το εφαρμόζουν, οι σχολικοί σύμβουλοι ελέγχουν πώς εφαρμόζεται. Ο δάσκαλος και ο μαθητής; Παθητικοί αποδέκτες. Πρέπει λοιπόν τώρα να γίνουν ενεργητικοί συνδιαμορφωτές του προγράμματος».
Και πώς θα το καταφέρετε αυτό;
«Λιγότερος όγκος και βάρος πληροφοριών. Λιγότερη πίεση που κατακλύζει από παντού το παιδί και το αναγκάζει να μάθει. Δεν είναι ακριβώς γνώση αυτό που παίρνει ένα παιδί σήμερα, είναι καταιγισμός. Πρέπει λοιπόν να μετατρέψουμε τη σχολική διαδικασία σε μια διαδικασία ερευνητική, δίνοντας στα παιδιά δυνατότητα αυτενέργειας. Αυτό απαιτεί κυρίως εκπαίδευση των εκπαιδευτικών και διαρκή επιμόρφωση. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να πάρουν στα χέρια τους το σχολείο. Να κάνουν εβδομαδιαίες παιδαγωγικές συναντήσεις. Να συνεργάζονται μεταξύ τους στην τάξη, να συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων».
Μιλάτε για ένα «ανοικτό» σχολείο. Το οποίο επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς και στο παρελθόν. Πώς θα γίνει αυτό όμως σε μια χώρα με σχολεία ασφυκτικά συνδεδεμένα με το κράτος;
«Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Η εκπαίδευση στο σύνολό της είναι διασωληνωμένη με το κράτος. Ακόμη και αν πάρουν πρωτοβουλίες οι εκπαιδευτικοί, το κάνουν παραβιάζοντας τους κανονισμούς. Η ενδυνάμωση του σχολείου αφορά την αυτονομία του σχολείου. Αυτό απαιτεί υπευθυνότητα από τον σύλλογο των διδασκόντων. Κάθε σχολείο πρέπει να επεξεργαστεί τον εσωτερικό κανονισμό της λειτουργίας του, εκπαιδευτικούς στόχους, σχέδιο».
Αυτό μου θυμίζει τους εσωτερικούς κανονισμούς των ΑΕΙ, που όμως ακόμη δεν έχουν προχωρήσει.
«Ακριβώς. Ολοι οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί πρέπει να έχουν εσωτερικό κανονισμό της λειτουργίας τους. Υπευθυνότητα και ελευθερία πάνε μαζί».
Πώς μπορούν τα σχολεία θα απελευθερωθούν από το κράτος; Βρίσκετε ότι πρέπει να συνδεθούν με τις τοπικές αρχές;
«Ναι, ωστόσο οι δήμοι δεν είναι ακόμη έτοιμοι οικονομικά και θεσμικά για αυτή τη σύνδεση. Θα πρέπει όμως πολιτισμικές δραστηριότητες του δήμου να φτάνουν στα σχολεία. Βέβαια υπάρχει κίνδυνος, όπως στην Αμερική, να υπάρχουν πλούσια σχολεία σε πλούσιους δήμους και φτωχά σε φτωχούς. Αλλά εδώ χρειάζονται ενισχυτικές δράσεις ώστε σε φτωχές περιοχές να έχεις μεγαλύτερη μεταφορά οικονομικών και πολιτισμικών πόρων. Υποστηρίζουμε τη δημιουργία ενός δικτύου πολύ καλών σχολείων σε αυτές τις φτωχές περιοχές, ιδίως των πόλεων όπου επισωρεύονται κοινωνικά προβλήματα. Στις σχολικές επιδόσεις η Αθήνα είναι κομμένη στα τέσσερα. Η δυτική Αθήνα έχει τα φτωχότερα εκπαιδευτικά αποτελέσματα, μαζί με ορεινούς νομούς (Ροδόπη) αλλά και νησιά (Ζάκυνθος) όπου λόγω τουρισμού βγάζουν τα παιδιά νωρίς από το σχολείο. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Το πρόγραμμα της εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι ενιαίο και συγκεντρωτικά προβλεπόμενο χωρίς να λογαριάζει τοπικές διαφοροποιήσεις και προβλήματα. Εδώ επιβάλλεται να δώσεις κάποιον λόγο και ρόλο στον σχεδιασμό στις τοπικές αρχές και στους φορείς».
Να θυμίσω εδώ τα πειραματικά σχολεία. Δεν θα ήταν ένας φάρος σε αντίστοιχες περιπτώσεις;
«Μα φυσικά. Να δώσουμε ακόμη τη δυνατότητα σε ομάδες εκπαιδευτικών να εντάξουν το σχολείο τους στα πειραματικά. Αν πείσουν ότι μπορούν να το κάνουν, σε συνεργασία λ.χ. με πανεπιστήμια ή ερευνητικά κέντρα. Επίσης πρέπει να λογαριάσουμε σοβαρά την εμπλοκή των γονέων. Οπου υπήρξαν σχολές γονέων για παράδειγμα, υπήρξε θεαματική άνοδος της σχολικής απόδοσης. Τους έμαθαν πώς να διαβάζουν τα παιδιά τους. Τους εμφύσησαν παιδαγωγικά ιδεώδη».
Οπότε αριστεία για τον ανταγωνισμό ή αριστεία με στόχο την αγάπη για την επιστήμη;
«Η αριστεία πρέπει να συνδυάζεται με το περιεχόμενο. Αριστεία ως προς τι; Εχουμε διαφορετικούς τύπους αριστείας, όπως έχουμε διαφορετικούς τύπους ευφυΐας. Επεξεργαζόμαστε ένα εθνικό πλαίσιο εκπαίδευσης. Τι μαθητή θέλουμε; Τι καθηγητή θέλουμε; Τι θέλουμε να ξέρει; Τι αξίες να έχει; Αυτό το πλαίσιο θα μας επιτρέψει αφενός να μην είμαστε προσκολλημένοι στο αναλυτικό πρόγραμμα, αλλά να αναστοχαζόμαστε τα προγράμματα και τη σχολική πράξη, να αποτιμούμε το σχολείο, την τάξη, τον εκπαιδευτικό και τον μαθητή. Η λογική της αριστείας και της αξιολόγησης δεν είναι ο ένας μαθητής που παραγκωνίζει τον άλλον, ο ένας εκπαιδευτικός που παραγκωνίζει τον συνάδελφό του».
Πώς σκέφτεστε ότι μπορεί να λειτουργήσει ένα αποκεντρωμένο σχολείο;
«Κατ' αρχήν, η μεταρρύθμιση αυτή γίνεται σε έναν εκπαιδευτικό χώρο που λειτουργεί με στέρηση. Η δημόσια εκπαίδευση έχει χάσει σε αυτό το διάστημα της κρίσης το 35% των πόρων της. Είναι αρχή μας η υπεράσπιση της δημόσιας εκπαίδευσης, αλλά αν δεν μεταρρυθμιστεί θα χαθεί. Μετάβαση στην ψηφιακή εκπαίδευση δεν σημαίνει μόνο χρησιμοποίηση άλλων εργαλείων. Αλλάζει τη θέση του σχολείου, τον σχολικό χρόνο, τη σχέση παιδιών, δασκάλων, γονέων. Είναι επιστημολογική. Μεταβάλλει τη σχολική γνώση σε σχέση με τις ευρύτερες πηγές γνώσης. Αλλαγές καταιγιστικές. Επομένως το σχολείο πρέπει να ανταποκριθεί».
Στην Ελλάδα χρησιμοποιούμε κυρίως τη μετωπική διδασκαλία στα σχολεία, με τον δάσκαλο στην έδρα και όλα τα παιδιά από κάτω. Πιστεύετε ότι αυτό είναι ένα μοντέλο παρωχημένο;
«Ναι, η έννοια της συνεργασίας ανάμεσα στις ειδικότητες και η εμπλοκή των παιδιών στην έρευνα αντικειμένων μέσα από τα οποία μαθαίνουν πώς να μαθαίνουν είναι η κατεύθυνση της σύγχρονης παιδαγωγικής. Σταδιακά θα πετύχουμε αυτόν τον στόχο μέσω της εκπαίδευσης καθηγητών, αλλά και της αλλαγής του ημερήσιου προγράμματος του σχολείου. Να αλλάξει η στίξη του σχολείου. Αντί 6-7 μαθήματα σε 45λεπτα, δύο ή τρία αντικείμενα σε δίωρα. Περιθώριο για ερευνητικές εργασίες. Λιγότερα τεστ και αντικατάσταση της βαθμολογίας ως και στο γυμνάσιο με περιγραφική αξιολόγηση του μαθητή».
Πόση απόσταση υπάρχει όμως από τη διατύπωση αυτών των προτάσεων ως την εφαρμογή τους;
«Ο μηχανισμός της εκπαίδευσης είναι συντηρητικός. Πολλές φορές μια καλή ιδέα, καθώς περνάει μέσα από τους μηχανισμούς της εκπαίδευσης, από τα πάνω προς τα κάτω, αφυδατώνεται. Ο σχολαστικισμός είναι η αρρώστια του σχολείου. Χρειάζεται ένας ανεξάρτητος οργανισμός που θα μπορεί να παρακολουθεί τις μεταρρυθμίσεις, να διορθώνει αποκλίσεις ή λάθη, να προτείνει καινούργιες. Οι μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται άπαξ. Πρέπει να είναι μια διαρκής διαδικασία».
Στις προτάσεις σας, αναφέρεστε σε τετραετές Γυμνάσιο και διετές Λύκειο...
«Η καρδιά των μεταρρυθμίσεων, εκτός από τη μεταμόρφωση της μαθησιακής κουλτούρας στην υποχρεωτική εκπαίδευση, θα πρέπει να είναι η αλλαγή του συστήματος των εξετάσεων και ο καινούργιος τύπος Λυκείου. Το σημερινό τριετές Λύκειο ακυρώνεται από τις πανελλαδικές εξετάσεις. Το σημερινό τριετές Γυμνάσιο δεν επαρκεί για να διαμορφώσει την πρώτη επιστημονική, ιστορική και φιλοσοφική συνείδηση των μαθητών. Επομένως, τετραετές Γυμνάσιο και διετές Λύκειο».
Το Λύκειο θα λειτουργεί δηλαδή ως διετές προπαρασκευαστικό πρόγραμμα του αντίστοιχου πανεπιστημιακού τμήματος που διαλέγει κάθε μαθητής;
«Το Λύκειο θα δίνει στα παιδιά τη δυνατότητα να κάνουν εργασίες, να προσανατολίζονται προς τη μετέπειτα δουλειά τους, να προσφέρουν εθελοντική δουλειά. Χρειάζεται να μπορεί να κάνει το ίδιο το Λύκειο έγκυρες εξετάσεις. Να δίνει ένα αξιόπιστο απολυτήριο, και σε μια προοπτική μερικών χρόνων να επαρκεί αυτό για το Πανεπιστήμιο. Ενα αξιόπιστο απολυτήριο που δεν θα βασίζεται σε μια εξέταση άπαξ, αλλά σε ένα σύνολο διαδικασιών και σύνθετων κριτηρίων».
Πώς βλέπετε τον νέο εξεταστικό «χάρτη» για την εισαγωγή στα ανώτατα ιδρύματα της χώρας;
«Οι εξετάσεις πρέπει να περιοριστούν εκεί όπου απαιτούνται κάποιες ειδικές δεξιότητες και εκεί όπου οι υποψήφιοι είναι περισσότεροι από τις προσφερόμενες θέσεις. Στις λίγες σχολές υψηλού ανταγωνισμού. Αν δώσουμε στα παιδιά τη δυνατότητα να "κυκλοφορούν" μέσα στις σχολές, τη δυνατότητα συνδυαστικών πτυχίων, πτυχίων πρώτης και δεύτερης ειδικότητας, θα αλλάξουμε την εικόνα. Τα παιδιά δεν θα συνθλίβονται σε προγράμματα που δεν τα ενδιαφέρουν. Πρέπει να αγαπούν αυτό που θέλουν να σπουδάσουν και να μην είναι λ.χ. η τέταρτη ή πέμπτη επιλογή τους».
Γιατί δεν προχωρούν εκτεταμένα προγράμματα προπτυχιακών προγραμμάτων στα αγγλικά στην Ελλάδα;
«Τα ελληνικά πανεπιστήμια πρέπει να κάνουν ξενόγλωσσα προγράμματα. Οχι προγράμματα "λάντζας", δηλ. φτηνά και κοινότοπα, αλλά όπου η Ελλάδα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα και πρωτοτυπία. Λ.χ. Κλασικό πολιτισμό, Αρχαιολογία - Ιστορία, αλλά όχι μόνο».
Και μια προσωπική ερώτηση. Εσείς γιατί σπουδάσατε;
«Καλή ερώτηση. Είχα δίλημμα. Μου άρεσε η αγγειοπλαστική, φοιτούσα και σε σχολή στο Μαρούσι. Οταν τελείωσα το τότε γυμνάσιο, προβληματιζόμουν αν θα συνέχιζα στο εξωτερικό ή αν θα έδινα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Με κέρδισαν η Φιλοσοφία και η Ιστορία. Και μάλιστα το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης λόγω δημοτικισμού».
Ο διάλογος αυτός γίνεται μόνο για την κυβέρνηση;
«Είναι ανταπόκριση στα προβλήματα που έχει η εκπαίδευση και η χώρα. Θα δημοσιοποιήσουμε τα πορίσματα, με μορφή γενικών κατευθύνσεων, τέλη Μαΐου. Θα τα παραδώσουμε στην κυβέρνηση αλλά και στην κοινωνία».
Απευθύνεται δηλαδή σε όλους τους πολιτικούς χώρους;
«Στην κοινωνία συνολικά. Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια συνείδηση προοδευτικής μεταρρύθμισης και ένα κίνημα που θα την υπερασπίσει».
Σας ενοχλεί που ενώ γίνεται διάλογος, το υπουργείο Παιδείας περνάει διάφορες διατάξεις για την εκπαίδευση ή και νομοσχέδια που αφορούν θέματα του διαλόγου;
«Αν αφορούν ζητήματα τρέχουσας λειτουργίας και δηλώνονται ως μεταβατικές, σε αυτή την περίπτωση, πράγματι, δεν μπορεί να περιμένει τον διάλογο να τελειώσει».
Subscribe to:
Comments (Atom)